Σελίδες

Σελίδες

Φωτο-συγγραφική Σκυτάλη #2

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ:

 Marypertax, Mia, Giannis Pit, Annaflo, Ανέσπερη, Memaria, Christina Andromeda, 
Onirokosmos, Ρένα Χριστοδούλου, Fairelena, Μαρία Νικολάου, Airis, Maria Kanellaki, 
Marina Tsardakli, Butterfly, Woman in blogs, Lysippe, Maniaspirit, Δελφινάκι, Anneta...ki,
Σμαραγδάκι Ρούλα, Ελένη Φλογερά,  Katerina Verigka


 




 











    ''Πριν και μετά...''


Συγγραφέας: Marypertax { Γήινη Ματιά }

Η εικόνα επιλογή της Katerina Verigka για την Marypertax είναι:



πηγή 


Η Αζίζα ήταν ξαπλωμένη στο ζεστό της κρεβάτι. Δίπλα της ήταν η αγαπημένη της κούκλα και άκουσε την μητέρα της να την φωνάζει να σηκωθεί, για να ετοιμαστεί για την πολυπόθητη πρώτη της μέρα στο σχολείο. Είχαν αποφασίσει από το βράδυ το φορεματάκι που θα φορούσε και είχε ετοιμάσει και την κορδέλα για τα μαλλάκια της. Περίμενε τόσο να πάει στο σχολείο! Ήταν ήδη στα έξι της χρόνια και το ότι θα μάθαινε γράμματα και θα έκανε καινούργιες φίλες που θα έπαιζε παιχνίδια μαζί τους, της έφερνε μια χαρούμενη προσμονή στην παιδική της ψυχούλα.
Πήρε το πρωινό της παρέα με την μαμά και τον μπαμπά της, χαιρέτησε το αγαπημένο της σκυλάκι και βγήκε στην αυλή. Προχωρώντας για το σχολείο κοίταξε ψηλά χαμογελώντας με τα μεγάλα πουλιά που πετούσαν  στον ουρανό. Μα φτάνοντας μπροστά στο σχολείο αντί μαθητές και δασκάλους, είδε στρατιώτες και τα θρανία γεμάτα όπλα. Κι όταν σήκωσε ξανά ψηλά τα μάτια, τα πουλιά είχαν γίνει αεροπλάνα και η πόλη της ένας σωρός από πέτρες.
Η Αζίζα ταραγμένη άνοιξε τα ματάκια της και κοίταξε με πόνο γύρω της. Δεν ήταν ξαπλωμένη στο ζεστό της κρεβάτι, ήταν ξαπλωμένη στο χώμα. Εδώ και δύο χρόνια εκείνη και η μητέρα της είχαν για σπίτι τους την σκηνή με αριθμό 61 ενός καταυλισμού αμάχων, που την μοιράζονταν με την Χαμπίμπα και την δική της μητέρα. Τους πατεράδες τους είχαν δύο χρόνια να τους δουν. Πολεμούσαν.    Άραγε θα  τους έβλεπαν ποτέ ξανά;
Μέσα σε μια στιγμή το μέλλον έκλεισε την πόρτα του για την Αζίζα, την Χαμπίμπα και εκατομμύρια  παιδιά. Μέσα σε μια στιγμή αποφάσεις ανθρώπων στέρησαν την ελπίδα από τις παιδικές ψυχές, και τους δίδαξαν με τον χειρότερο τρόπο την σκληρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Τους έκλεψαν το δικαίωμα στην ασφάλεια και τη χαρά, το δικαίωμα σε ένα σπίτι, το δικαίωμα της μάθησης βυθίζοντας στην ανυπαρξία με τον πόλεμο,  το πνεύμα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ακόμα και την ανάμνηση του φαγητού την μετέτρεψαν σε σκόνη και χώμα. Τα τρόφιμα εδώ και δύο χρόνια ήταν λίγα, και όταν τους μοίραζαν λίγο ρύζι και λίγες αραβικές πίτες,  η Αζίζα και η φίλη της φαντάζονταν πως έτρωγαν ‘’σις ταούκ’’ κατεβάζοντας με βουλιμία τις νόστιμες μπουκιές κοτόπουλου. Ή ακόμα πως ήταν γιορτή και μαζί με το ρύζι που είχε τη γεύση του χώματος, έτρωγαν και αρνί ψημένο με υπέροχα μπαχαρικά.
Άραγε τι να έγινε ο σκύλος της; Να πεινούσε και αυτός; Να ζούσε; Να ήταν κοντά στον πατέρα της και να του ψιθύριζε πόσο τον αγαπούσε η Αζίζα και πόσο της έλειπε; Κάθε βράδυ κάθονταν αγκαλιά με τη μητέρα της και δεν χόρταινε να την ακούει να της διηγείται ιστορίες από τότε που ζούσαν όπως άλλοι άνθρωποι. Από τότε που είχαν ακόμα ελπίδα. Από τότε που τολμούσαν να ονειρευτούν και να κάνουν σχέδια.  Που πριν ακόμα πάει σχολείο αποφάσισε να γίνει γιατρός όταν μεγαλώσει.   Ήταν ζήτημα πλέον αν θα μπορούσε να μάθει ποτέ γράμματα.
Κι όταν στο τέλος ρωτούσε … ‘’γιατί μαμά γίνονται οι πόλεμοι; ‘’ Της απαντούσε πάντα ένας λυγμός της μητέρας της και μετά … σιωπή.




''Το μήνυμα''



Συγγραφέας: Μia  {Craftartista}
H εικόνα επιλογή της Marypertax για την Mia είναι:









Γιάντα ’φυγες μου κοπελιά
όπου σε λαχταρούσα
και αλιμένω μοναχός
τα μάτια που θωρούσα;

Μήνυμα στέλνω σου ευθύς
με γράμμα σε μπουκάλι,
μπλιο δεν αντέχω ορφανός,
γάειρε πίσω πάλι.


Ο αφέντης σου μου μήνυσε
κάλλιο να μη γυρεύω
δυο χείλη που με πρόδωσαν
και μακριά να πιαίνω.



Μα δεν πιστεύω ο δυστυχής
τη μαύρη μου τη μοίρα
θα ζω για κείνο το πρωί
που πλάι μου σε ήβρα.

Άχι ο κακορίζικος
ήντα ‘παθα, ψυχή μου
και έγκαψέ μου η λυγερή
και μαύρισε η ζωή μου.

Και ούλη μέρα καρτερώ
το γαερμό σου πάλι
και ούλη μέρα τραγουδώ
τα έμορφά σου κάλλη.






''Ελουάζ''

Συγγραφέας: Giannis pit {Ηδύποτον}
Η εικόνα επιλογή της Mia για τον Giannis Pit είναι:




πηγή

Γύρισε στο σπίτι μεθυσμένος. Η Ξανθιά στο μπαρ τον είχε ποτίσει με άφθονο αλκοόλ εκτός από τους χυμούς του κορμιού της. Τρεκλίζοντας χύθηκε στον καναπέ. Άνοιξε τα κουμπιά στο πουκάμισο να ξανασάνει. Και τότε το άκουσε. Ένας τριγμός. Το βλέμμα του γύρισε δεξιά του, έψαξε με αγωνία στο σκοτάδι. Τη στιγμή που κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνος μια σκιά γλίστρησε καταπάνω του. Το μαχαίρι έκοψε στα δύο το λαιμό του πριν προλάβει να ακουστεί η κραυγή του.


Η Νύχτα παγωμένη. Το ερειπωμένο κτίριο έχασκε σαν ξεκοιλιασμένο κουφάρι μεγάλου ζώου. Η Παλιά επιγραφή χτύπαγε στον πάσσαλο σαν λυσσομανούσε ο αγέρας. “Ψυχιατρικό Άσυλο Δυτικής ακτής”. Στα κατεστραμμένα υπόγεια βασίλευε σκοτάδι και σιωπή. Τα απομεινάρια της μεγάλης φωτιάς που κατέστρεψε την κλινική. Δεκαοκτώ ασθενείς καμένοι ζωντανοί στα κελιά τους, ψυχές ξεχασμένες και από το Διάβολο ακόμα.
Κρύωνε πολύ απόψε. Τα άθλια ρούχα που φορούσε δεν αρκούσαν. Κατάφερε να ανάψει ένα μικρό γκαζάκι και να στριμωχθεί κοντά σε ένα μαυρισμένο τοίχο. Να κρυφτεί απ το Βοριά που έμπαινε από το άνοιγμα. Πονούσε πολύ. Ψηλάφισε με το χέρι της τα ράμματα δεξιά στο κορμί της. Είχε μια λάμπα εκεί κοντά ίσα να βλέπει. Αυτό ήταν το σπίτι της. Στάθηκε αντίκρυ σε έναν σκουριασμένο καθρέφτη. Τρόμαξε. Ύστερα χάιδεψε με το χέρι το πρόσωπό της. Το μελανιασμένο μάτι και τα χέρια γεμάτα χαρακιές. Σε ένα παλιό μεταλλικό φοριαμό ψαχούλεψε κάτι συρτάρια. Ένα παλιό φωτογραφικό άλμπουμ. Το πήρε με χέρια που έτρεμαν και το ξεφύλλισε. Είδε τον εαυτό της λίγα χρόνια πριν. Ένα πανέμορφο κορίτσι 24 ετών, με λαμπερά μάτια και χυμώδες σώμα. Και μετά ένα μισοκαμμένο έγγραφο με την ταυτότητά της.
Ελουάζ Λαγκράντ.....
Ένα δάκρυ κύλησε στην φωτογραφία της.


Ο Καθηγητής Άρνολντ Στόκτον διάβαζε με ενδιαφέρον την εφημερίδα του μπροστά στο τζάκι. Τα μάτια του εστίασαν σε μια είδηση:
“Άγρια δολοφονημένος βρέθηκε στο σπίτι του ο 43χρονος Χέρμπερτ Λίμαν, νοσηλευτής.... το δεύτερο θύμα μετά την αναισθησιολόγο Βικτόρια Χάνεγκεν, που δολοφονήθηκε με τον ίδιο τρόπο...”
Ο καθηγητής ένιωσε να ανατριχιάζει σύγκορμος. Συνεργάτες του χρόνια στο Άσυλο της Δυτικής ακτής. Στις παράνομες μεθόδους του. Στα ηλεκτροσόκ των ασθενών, στα πειράματα, στους ακρωτηριασμούς για λαθρεμπόριο οργάνων. Κυρίως αυτό !


Η Αίσθηση της ξένης παρουσίας τον γέμισε τρόμο. Αυτό που αντίκρισε πίσω του στο μισοσκόταδο ήταν εφιάλτης .
“Εσύ ; πως ; η φωτιά, δεν έμεινε κανείς ! ”
Ο Κομμένος λαιμός του έπνιξε την κραυγή του μέσα στη νύχτα.


Είχε πια ξημερώσει. Το κόκκινο χρώμα του ουρανού ρόδιζε την Ανατολή. Ο Βοριάς εξακολουθούσε να λυσσομανά. Η Θάλασσα άφριζε μανιασμένη. Έτρεχε σαν δαιμονισμένη με τα κουρέλια της στην αποβάθρα. Την είχαν ανακαλύψει. Πίσω της εκείνοι οι δύο με τα μαύρα ρούχα. Δεν άντεχε πια άλλους δεσμώτες. Δεν άντεχε το ηλεκτροσόκ, το ξύλο, τις ενέσεις, το κλεμμένο της νεφρό, τους βιασμούς. Έτρεχε και ξωπίσω της αυτοί. Μάταιο. Σε λίγο θα ήταν στα χέρια τους.
Κοντοστάθηκε για μια μόνο στιγμή. Έσφιξε δυνατά το κεφάλι με τα χέρια της. Η κραυγή της σημάδεψε εκείνο το πρωινό με τον κόκκινο ουρανό. Βούτηξε στα κύματα.


Η Ελουάζ δεν βρέθηκε ποτέ ! Ταξίδεψε αντάμα με τα σακατεμένα της όνειρα σε ένα άλλο κόσμο.


                                           



''Ο πόνος της απώλειας...''



Συγγραφέας Annaflo {Aτενίζοντας}


Η εικόνα επιλογή του Giannis pit για την Annaflo είναι:






Του έλειπε! Του έλειπε πολύ!
Καθισμένος στο γραφείο του κοιτούσε τις εικόνες της κοινής τους ζωής που το μυαλό του πρόβαλε μπροστά του!
Τα ταξίδια τους στις διακοπές...... πόσο διασκέδαζαν!
Τις γιορτές που περνούσαν παρέα.....πόση αξία αποκτούσαν!
Τις καθημερινές, με τις μικρές ιεροτελεστίες της ζωής τους που λάτρεψε γιατί έδιναν ζεστασιά στο σπιτικό τους!
Τις συνήθειές της! Μία μία τις έφερνε στο νου.
Δεν ήθελε συζητήσεις μόλις ξυπνούσε...κι εκείνος σιωπηλός της χάριζε τις πρώτες ώρες του πρωινού να αποξυπνήσει.
Ήταν αλλεργική στα λουλούδια κι όμως οι γλάστρες στο μπαλκόνι ήταν γεμάτες από άνθη που αγαπούσε εκείνος.
Η πολυθρόνα της...η πολυθρόνα του!
Έβλεπε τις ερωτικές τους στιγμές! Τι πάθος τους ένωνε. Τα σώματά τους ήταν, λες, σμιλεμένα από τον ίδιο γλύπτη.

Όλη την ημέρα σαν μηχανή δούλευε και το βράδυ, ω το περίμενε με λαχτάρα.
Γύριζε στο σπιτικό τους που όλα ήταν όπως τα άφησε εκείνη. Όπως τα είχε τακτοποιήσει. Ακόμη και τα πιάτα άπλυτα, όπως έμειναν το βράδυ που την πήρε το ασθενοφόρο. Κι όταν ήλθε το τέλος...ούτε να το πιστέψει μπορούσε.
Και την κράτησε εκεί. Μέσα του. Στο σπιτικό τους. Η καρδιά του έπαυε να ματώνει όταν την έβλεπε κάθε βράδυ να κάθεται στην πολυθρόνα της, να διαβάζει το βιβλίο της, όσο εκείνος παρακολουθούσε τους αγώνες.
-Σου έπλυνα τα πιάτα, της είπε πριν λίγο. Για να μην βρέξεις τα χεράκια σου.
Άπλωνε το χέρι και τη χάιδευε. Την ένοιωθε στην παγωμένη του παλάμη, τον ζέσταινε, τον φιλούσε και το ένοιωθε.
Μόνο στο γραφείο του έμενε μόνος για να κάνει το τσιγάρο του, που εκείνη δεν το ήθελε στο σπίτι. Μόνον ο χώρος αυτός υπήρξε το άβατό του. Εκεί δεν υπήρχε ούτε το άρωμά της.

Του έλειπε και αυτή τη στιγμή που οι αναμνήσεις τον είχαν κυριεύσει. Το τσιγάρο ξεχάστηκε στα χείλη και οι ώρες στο νοσοκομείο περνούσαν μπροστά από τα μάτια του.Τι εφιάλτης κι αυτός!
Όχι δεν θα την άφηνε να φύγει.

Γρήγορα γύρισε στο σαλόνι...
Εκεί παρέα της γελούσε με τις προσπάθειές της να μην τον αφήσει να την φιλήσει γιατί μύριζε τσιγάρο
-Πού θα πάει; Θα σε κάνω να το κόψεις, του είπε γελώντας
-Πού θα πάει; Θα σε κάνω να σ' αρέσει η μυρωδιά του τσιγάρου, της ανταπάντησε φιλώντας την
Έβαλε μουσική...
-Έλα να χορέψουμε. Την πήρε από το χέρι και χόρευε μαζί της στο σαλόνι. Οι φιγούρες τους ήταν μοναδικές, όλοι το έλεγαν ότι χόρευαν τέλεια.

Άκουσε χτυπήματα στην πόρτα του. Αλαφιάστηκε.
Χαμήλωσε τη μουσική, της έδωσε πεταχτά ένα φιλί και πήγε να ανοίξει. Ο αδελφός του ήταν μόνος.
Τον προσκάλεσε μέσα
-Όχι μην κάθεσαι εκεί, δεν την βλέπεις που κάθεται; του είπε.
Κοίταξε εκείνος την κενή πολυθρόνα.
-Κανείς δεν είναι Ίαν του είπε
-Είναι αυτή που θέλω εγώ να είναι...και με κάνει ευτυχισμένο.
-Ας την να φύγει , πρέπει...
- Όχι δεν θα τη διώξω γιατί αν φύγει με πονάει πολύ η απουσία της. Τόσο πολύ που κόβεται η ανάσα μου, που κομματιάζεται η καρδιά μου...
Και δεν αντέχω τον πόνο!
Δέξου το ή φύγε!













''Θυμοσοφία: Αν κάτι δεν το εκτιμάς, απλά δεν το αξίζεις''



Συγγραφέας: Ανέσπερη {φιλοξενία στο Γήινη ματιά}



Η εικόνα επιλογή της Annaflo για την Ανέσπερη είναι:



πηγή:pixabay



Οι πεταλούδες που προσελκύονται από το φως, το μόνο που καταφέρνουν, είναι να καψαλίσουν τα φτερά τους και να χαθούν για πάντα. Όπως χάνεται μια ανθρώπινη ψυχή στη μίζερη πραγματικότητα του συμβιβασμού όταν ακολουθεί την πεπατημένη προκειμένου να βρεθεί μέσα στο φωτεινό όνειρο των άλλων.

Ονειρεύομαι, σημαίνει πως βλέπω τον εαυτό μου σε κάποιο συγκεκριμένο ρόλο. Αυτός με προσελκύει. Γι’ αυτόν βαδίζω στα τυφλά προσδοκώντας να τον αγγίξω. Να τον ντυθώ. Να απλώσω τα φτερά μου μες το δικό μου όνειρο.

Κι εγώ, που άλλο δεν έκαμα απ’ τα μικράτα μου παρά να ονειροβατώ και να φαντάζομαι τον εαυτό μου σε ρόλους διάφορους, κατάφερνα, σχεδόν πάντοτε, ν΄ απλώνω τα φτερά μου με διαφορετική «περιβολή».

Είχα διαβάσει κάποτε, πως όσο περισσότερο βγαίνεις έξω από τον χώρο στον οποίο νιώθεις ασφαλής, τόσο περισσότερο ο χώρος αυτός διευρύνεται. Κάτι που σημαίνει πως, όσο περισσότερο εκτείνεσαι, τόσο περισσότερα πράγματα από αυτά που άλλοτε σε φόβιζαν, τώρα πια σου φαίνονται μικροσκοπικά.

Κι έτσι, με το βλέμμα μοναχά μπροστά, αποφάσισα κι εγώ να βγω από τον ασφαλή μου χώρο.

Δεν χρειαζόμουνα πολλά. Μέσα σε μια βαλίτσα μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Οι αξίες που διδάχτηκα, η θετική μου σκέψη, η προσαρμοστικότητά μου. Τίποτα παραπάνω. Να μείνει ήθελα χώρος για όσα έρχονται, και για να είμαι ανάλαφρη. Τα πολλά φορτία σε κρατούν δέσμιο του χθες, σε κάνουνε δυστυχισμένο.

Σε κάθε βήμα μου εμπρός, αφήνω πίσω μου τον κόσμο αλλαγμένο. Αλλάζουνε τα πάντα. Οι συνθήκες της ζωής, οι προτεραιότητες, οι άνθρωποι, οι αξίες. Κι εγώ μαθαίνω να προσαρμόζομαι σε κάποιες αλλαγές που δεν με αλλοτριώνουν. Όλα αργά και σταθερά βρίσκουν τη θέση τους στον δρόμο μου κι εντός μου. Διπλώνω και τακτοποιώ μες τη μισογεμάτη τη βαλίτσα μου, τα όμορφα που καταφέρνω να αποκομίσω απ’ το ταξίδι κι αφήνω να σκορπίσουνε στις φυλλωσιές των δέντρων αυτά που δεν αξίζουνε. Ανακαλύπτω τελικά, πως «μπάζουν» από παντού μες το μυαλό αέρηδες και παρασέρνουν ότι σκονίζονταν μέσα στη μνήμη. Όπως φιλίες που δεν άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου. Ή, λέξεις και όρκοι που ακούστηκαν απ’ τους παραμυθάδες που συνάντησα ψάχνοντας την αλήθεια μου ενίοτε μέσα σε παραμύθια. Και από το πουθενά προβάλλουν άλλες παρουσίες για να φωτίσουν ξανά τον ουρανό μου με το φως τους. Αν έρχονται σε ΄μένα, προφανώς ακολουθούμε αντίθετη πορεία. Κι αν πάλι κατευθύνονται στην ίδια την κατεύθυνση με ΄μένα, ίσως και ο ρυθμός της περπατησιάς μας να ταιριάξει. Διαφορετικά, θα με αφήσουν ή θα τους αφήσω πίσω.

Κυλάει η ζωή. Πρέπει κι εγώ αρμονικά να ρέω μαζί της. Άλλοτε μες το ρεύμα της κι άλλοτε αντίθετα απ΄ αυτό. Δε μένω στάσιμη σε στάσιμα νερά. Δεν μου αρέσει να λιμνιάζω. Τολμώ να προχωρήσω προς το άγνωστο όσο ανέφικτο κι αν μοιάζει.

Και αφουγκράζομαι το θρόισμα των φύλλων.

Κι ανακαλύπτω, πάντοτε τυχαία, τ΄ αγρίμια που κρύβονται πίσω από τις συστάδες δέντρων.

Και μαθαίνω από τα λάθη μου όπως μαθαίνει ένα παιδί να περπατά μετά από τις απαραίτητες τις πτώσεις.

Και ζω την κάθε μου στιγμή δίχως να την προγραμματίζω.

Και ότι λαχταρώ από τη ζωή, πάντοτε το παθαίνω.






''Ένας άλυτος γρίφος''

Συγγραφέας Memaria {mytripsonblog}

H εικόνα επιλογή της Ανέσπερης για την Memaria είναι:

πηγή:Ανέσπερη
Είχα τη φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου και την κοίταζα όποτε ήθελα να ξεφύγω για λίγο, να ταξιδέψω έστω με το νου.
Πιο πολύ σαν παρηγοριά, μια ένεση ονείρου μέσα στην πραγματικότητα, παρά σαν ένα ταξίδι που επιθυμούσα στα αλήθεια να πραγματοποιηθεί.
Σαν έναν γρίφο που δεν ήθελα να διαλευκανθεί, αφού δεν μπορούσα καν να καταλάβω γιατί είχα διαλέξει τη συγκεκριμένη εικόνα εξαρχής.
Τι ήταν αυτό που με είχε γοητεύσει τόσο πολύ σε εκείνη;
Πού ακριβώς με ταξίδευε;
Μέσα μου ή κάπου εκεί έξω;


Τα χρόνια περνούσαν και η μικρή γέφυρα έστεκε εκεί, πάνω στο φωτογραφικό χαρτί που είχε πια τσακίσει στις άκρες, στο ίδιο σημείο που ήταν πάντα, μόνο, που με το καιρό άρχισε να αλλάζει μορφή.
Μια γέφυρα ενώνει, σκεφτόμουν, αυτή γιατί μοιάζει να με χωρίζει από κάτι;
Και τι είναι αυτό το κάτι; Aναρωτιόμουν...


"Σαν το γεφυράκι σου" έφτασαν να μου λένε ειρωνικά οι συνάδελφοι τον τελευταίο καιρό, όταν ήθελαν να περιγράψουν το άπιαστο, το ανέφικτο.
Κι έτσι αποφάσισα να λύσω τον γρίφο.
Να γκρεμίσω τον μύθο που χρόνο με το χρόνο χτίζονταν προσεκτικά γύρω του κι έμοιαζε να το βαραίνει όλο και περισσότερο.


Την άλλη μέρα έφυγα. Δεν ξαναγύρισα ποτέ.
Δεν έλυσα κανέναν γρίφο, μα έσπασα πολλά δεσμά!





''Ωραίο ποδήλατο''

Συγγραφέας Christina Andromeda {Andromeda-my galaxy}

H εικόνα επιλογή της Memaria για την Christina Andromeda είναι:

πηγή:Memaria

Πάντα ζήλευα τους ποδηλάτες. Ζήλευα την ελευθερία τους πάνω στους δύο τροχούς και την ευχέρεια να καλύπτουν αποστάσεις που εγώ θα χρειαζόμουν ώρες για να διανύσω με τα πόδια.

Το ομολογώ με μεγάλη ντροπή, πως δεν έμαθα ποτέ μου ποδήλατο. Θες γιατί ήμουν παιδί της πόλης και μου έλειπαν οι αλάνες, θες γιατί δε με πήρε ποτέ κανένας από το χέρι να μου δείξει, θες γιατί φοβόμουν κι εγώ η ίδια; Ένα καλοκαίρι, ούσα μεγάλη κοπέλα πια, επιχείρησε να με εκπαιδεύσει ο μικρότερός μου ξάδερφος. Ήταν ο καλύτερος δάσκαλος που θα μπορούσα να έχω. Ήμουν τόσο κοντά στο να τα καταφέρω, μα τόσο κοντά που αν κρατούσαν οι διακοπές μου λίγο περισσότερο θα μπορούσα να λέω σήμερα με καμάρι πως είμαι κι εγώ μια περήφανη ποδηλάτισσα.
Ποτέ δεν είναι αργά βέβαια θα μου πει κανείς, μα έλα όμως που είμαι ανισόρροπη. Αφού ακόμα και πεζή πέφτω και τσακίζομαι. Να, τις προάλλες κιόλας έτσι όπως περπάταγα στην παραλία με βήμα γοργό για να προφτάσω το λεωφορείο, παραπάτησα σε ένα σπασμένο πλακάκι και έφαγα τα μούτρα μου. Το μισό μου κορμί είναι ακόμα μαύρο από τις εκδορές και τις μελανιές. Να μη πω και για τα πονεμένα κόκαλα από το τράνταγμα.
Κάτι μου λέει πως πρέπει πρώτα να μάθω να περπατώ. Να μου φτιάξει κάποιος μία στρατόπιτα και να μου δείξει από την αρχή τα πρώτα βήματα, στράτα – στρατούλα.


Σκέφτηκα σε κάποια άλλη φάση πως θα έπρεπε να μαζέψω την ντροπή μου και να πάρω ένα τρίκυκλο ποδήλατο και να βγάλω έτσι το μεράκι μου. Ίσως αυτή να είναι και η καλύτερη λύση.

Ο καφές στο μεταξύ κοντεύει να τελειώσει, το ίδιο και το μικρό βιβλίο τσέπης που πήρα μαζί μου. Απέναντι βλέπω από ώρα ένα παρκαρισμένο ποδήλατο με τσίγκινο καλαθάκι μπροστά στο τιμόνι. Μια αεράτη κοπέλα με ψηλό κότσο και εμπριμέ φόρεμα έρχεται και ξεκλειδώνει το λουκέτο. «Ωραίο ποδήλατο» της λέω και μου γνέφει ευχαριστώ με ένα εγκάρδιο χαμόγελο.




''Φθινοπωρινές διαδρομές''
Συγγραφέας:Μαριάννα { onirokosmos }
Η εικόνα επιλογή της Christina Andromeda για την Μαριάννα του onirokosmos είναι:

πηγή:pinterest


     

Θέλω Σεπτέμβρη μήνα να σε πρωτοδώ! Να μυρίζει βροχή, υγρός ο αέρας να ταξιδεύει τη μυρωδιά του νοτισμένου χώματος! Μα καταπράσινη πεδιάδα το γέλιο σου να φτάνει ως τον ήλιο! Θέλω να είσαι εσύ ο Σεπτέμβρης μου... Αυτός ο μήνας μας ταιριάζει, θαρρώ! Να σε γνωρίσω μια μέρα μελαγχολική, να φυσάει μια αργόσυρτη βροχή ανάμεσα σε ομπρέλες και πρόσωπα αδιάφορα, σε βοή, σε δυνατούς ήχους και ξαφνικά, ν΄ανακαλύψω το βλέμμα σου κρυμμένο γεμάτο νοήματα... σαν να είναι πάντα καλοκαίρι! Γιατί, όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι θέρος! Ζωές που διασταυρώθηκαν, παράλληλες ίσαμε χθες. Δυο ζωές χρωστούμενες από παλιά.

Θέλω να έρθω να σε αρπάξω από το χέρι και να σου πω "Φεύγουμε!", αφού σαν από χρόνια σε γνωρίζω. Κι όπως θα έρχεσαι, να τρίζουν τα μέσα μου για σένα! Ο στεναγμός του κόσμου του φθαρτού, στην ανάσα σου την άφθαρτη καταφύγιο να βρίσκει! Να πλάθω λέξεις να εξηγήσω τ΄ανεξήγητα! Δεν είναι αλήθεια πως όλα περνούν και φεύγουν! Υπάρχουν πράγματα που μένουν μέσα μας μέχρι η ψυχή να μαραθεί...

Έλα! Να πιούμε στην υγειά των τρελών, των επαναστατών, των απροσάρμοστων, των ονειροπόλων! Σ΄εκείνους, που η καρδιά επικρατεί της λογικής τους. Που δεν τηρούν την τάξη, μήτε τους κανόνες! Μπορεί οι δαίμονες και οι άγγελοι να σμίξουν, μα η λογική κι ο έρωτας ποτέ. Ποια λογική μπορεί να καταλάβει τον έρωτα, χωρίς ν΄αγγίξει την παραφροσύνη? Μην χαραμίζεις ανυπότακτους έρωτες, λοιπόν, με υποτακτικές καρδιές!

Έλα! Και θα ξεπλύνουμε τα αδιάκριτα βλέμματα μ΄ένα χαμόγελο-βάλσαμο, για όλα τα ηλιοβασιλέματα που χάσαμε, ακριβέ μου! Θα μιλάμε αγγίζοντας τα δάχτυλά μας... θα σιωπάμε σφίγγοντας τα χέρια μας! Δυο φορές να μ΄αγαπάς και δυο για να σε περιμένω! Αφού ξέρεις πού θα ΄θελα να βρίσκομαι, γιατί δεν μου αγοράζεις ένα εισιτήριο να με πετάει στον ουρανό σου? Χωρίς εσένα, ο Παράδεισος τι πλήξη! Μαζί σου, όμως... μαζί σου, ετοιμάζω ταξίδι και στην Κόλαση!

Έλα! Δώρο πολύτιμο να σ΄αγαπώ γι΄αυτά που είσαι! Για όλα όσα δεν είσαι, να σε λατρεύω! Να είμαι εκείνη η λέξη που θα λες όπου κι αν πας! Θαύμα η ζωή! Η αγάπη... η λύτρωση... η πιθανότητα... η εκπλήρωση... το ταξίδι! Έτσι και αλλιώς, η ζωή μας ολόκληρη ένα ταξίδι είναι.

Σου έχω πει, πόσο αγαπώ να κρύβομαι στην αγκαλιά σου? Άλλοτε ναυαγός... άλλοτε σαν δραπέτης... Πόσες Ιθάκες προδώσαμε για ένα ξερονήσι! Γυμνοί κι αγκαλιασμένοι πρέπει να ξυπνούν οι άνθρωποι και μόνο από την καρδιά τους ν΄αγγίζουν τον ουρανό! Αγάπη του επερχόμενου χειμώνα! Η επιθυμία μου για σένα φωτιά άσβεστη... κραυγή ασίγαστη... ευλογία και βάσανό μου! Πώς, αναρωτιέμαι, θα ήταν τα χρόνια χωρίς φθινόπωρα και η ζωή μου χωρίς εσένα μέσα της?

Έλα μου! Θα γίνω τοσοδούλα για να χωρώ στο αφτί σου και λόγια αγάπης να σου ψιθυρίζω... να σταθώ πάνω στα χείλη σου για να σου δίνω ένα φιλί, όταν τα μισανοίγεις!

Κι αν θα μπορούσα να διαλέξω ένα μέρος για να περνώ τις μέρες που θα έρθουν, κάπου ανάμεσα στο αφτί και στο λαιμό σου και στα μάτια σου, θα ήθελα να είναι!

Έλα, λοιπόν! Μην αργείς! Πάντα θα έχω ένα όνειρο, ένα πέταγμα και σχέδια διαφυγής για εμάς! Κάποτε, θα είμαστε εμείς καλά και τα παραμύθια δεν θα έχουν τέλος!



''Τα κόκκινα μπαλόνια''
Συγγραφέας: Ρένα Χριστοδούλου {δια χειρός Ρένας}
Η εικόνα επιλογή της onirokosmos για την Ρένα Χριστοδούλου είναι:

πηγή: Ν.Ε. photography

Μη κλαίς αγαπημένη μου, σε ένα χρόνο θα είμαι πίσω ό,τι κι αν γίνει .
_ Βουβό κλάμα .
_ Το ξέρεις οτι προσπάθησα πολύ να βρω δουλειά για να μπορέσουμε να στήσουμε το σπιτικό μας, αλλα στάθηκε αδύνατο να βρω κάτι άλλο εκτός από πακετάς.
Πακετάς με 3 πτυχία δε λέει.
Θα μιλάμε συνέχεια στο Skype .

_ κούνημα του κεφαλιού και βουβό κλάμα.
_Α! Ένα μπαλόνι!
Θα ξέφυγε από κανένα παιδάκι.

Ας το κρατήσουμε μήπως έρθει να το ψάξει.
_ Γελάς; αγαπημένη μου γελάς;
Το μπαλόνι σε έκανε να γελάσεις ή κάτι άλλο:

_Το μπαλόνι μου θύμισε μια ιστορία και το θεώρησα σημαδιακό .
Αν θέλεις να σου την πω.
Αφορά τον παππού μου και τη γιαγιά μου λίγο πριν παντρευτούν, δλδ πριν 60 και κάτι χρόνια.

_ Είμαι όλος αυτιά για να ακούσω τί ήταν αυτό που σε έκανε να γελάσεις .

_Όπως τώρα έτσι και τότε ο κόσμος έψαχνε για δουλειά άδικα στην πατρίδα του.
Έπαιρναν λοιπόν τον δρόμο για την ξενιτιά χωρίς γνώσεις, χωρίς ξένη γλώσσα, χωρίς καν να ξέρουν πού θα τους πάνε.
Όπως τώρα έτσι και τότε η Ελλάδα έδιωχνε τα νιάτα , έτρωγε τα παιδιά της , όπως λέμε.
Τότε το εργατικό δυναμικό και τώρα τους επιστήμονες.
Ανάμεσα στους πολλούς ήταν κι ο παππούς μου, παλικαράκι τότε, που αποφάσισε να φύγει για μια καλύτερη ζωή.
Η γιαγιά μου, νέα κοπέλα κι αυτή, φοβόταν ότι θα τον έχανε για πάντα, αφού ο τρόπος επικοινωνίας ήταν μόνο η αλληλογραφία κι αυτή λιγοστή κι επικίνδυνη, αφού οι γονείς της δεν γνώριζαν για τον πλατωνικό έρωτα τους .
Ο αγαπημένος της , της έδωσε υπόσχεση ότι σε ένα χρόνο ακριβώς θα την συναντούσε στο ίδιο σημείο, στο γνωστό τους παγκάκι.
Θα έκανε τα αδύνατα δυνατά να βρίσκεται εδώ, αρκεί να τον περίμενε κι αυτή!!!
Ο φόβος του ήταν μήπως θελήσουν να την παντρέψουν οι γονείς της.

_ Έφυγε λοιπόν και μετρούσε τις μέρες η γιαγιά μου κι έτρεμε το φυλλοκάρδι της μη τυχόν και περάσει την πόρτα του σπιτιού τους η κυρά Ολυμπία, η προξενήτρα του χωριού.
Όπου πήγαινε η κυρά Ολυμπία ή κυρά Κυκλωπία, όπως αλλιώς την έλεγε , γιατί έβλεπε μόνο από το ένα μάτι, δεν έφευγε αν δεν πάντρευε αυτούς που είχε αποφασίσει ότι ταιριάζουν μεταξύ τους!!!

Οι μέρες και οι εβδομάδες πέρασαν, πλησίαζε να συμπληρωθεί ο χρόνος, είχε μάθει κι από τα νέα που κυκλοφορούσαν στα χωριά ότι είχε βρει δουλειά ο Δημητρός της και ήλπιζε ότι τελείωναν τα βάσανα της όπου να ναι!!

Έλα όμως που είχε άλλα σχέδια η κυρά Κυκλωπία, μπαρντόν , η κυρά Ολυμπία ήθελα να πω.
Αφού πάντρεψε τις φιλενάδες της, αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα της κι ένα πρωί κατέφθασε στο σπίτι τους με την ελπίδα να την παντρέψει κι αυτή.

Οι γονείς της δέχτηκαν να δουν τον γαμπρό που είχε καλές συστάσεις και καλή δουλειά κι ορίστηκε η μέρα της συνάντησης την ημέρα που συμπληρωνόταν ο χρόνος!!!!
Την ημέρα του ραντεβού τους δλδ!!!
Η απελπισία της ήταν μεγάλη όπως καταλαβαίνεις, αλλά δεν μπορούσε να φέρει καμία αντίρρηση.

Μια εβδομάδα πιο μπροστά βοήθησε την μάνα της στις δουλειές για την προετοιμασία του σπιτιού και των γλυκών, αλλά από μέσα της προσεύχονταν να γίνει κάτι και να μη δεχτούν οι γονείς της!!

Έτσι κι έγινε.
Ήρθε ο γαμπρός με την κυρά Κυκλωπία κι αφού έκαναν τα δέοντα με τα κεράσματα, ρώτησε ο πατέρας της για τη δουλειά του γαμπρού και τον τόπο του.

Αυτό το είχε παραλήψει σκόπιμα η προξενήτρα!!!
Ο γαμπρός έμενε στην Αμερική και ήρθε για να πάρει κοπέλα από τα μέρη τους.

Ήλπιζε η κυρά Ολυμπία ότι θα τους θάμπωνε με τα πλούτη του και θα έδιναν τα χέρια, για να πάρει κι αυτή το μπαξίσι της.

Ευτυχώς όμως που ο πατέρας της δεν ήθελε να αποχωριστεί την μονάκριβη του κι αφού ευχαρίστησε και τον γαμπρό και την κυρά Κυκλωπία, τους ξεπροβόδισε με το καλό , για να μην πέσουν και στην δυσμένεια της.

Μέχρι να μπει μέσα πάλι ο πατέρας της, η γιαγιά μου είχε πετάξει τα καλά της παπούτσια, είχε βάλει τα παλιά κι αφού βγήκε κρυφά από την πίσω πόρτα, έτρεχε να πάει στο πολυπόθητο ραντεβού!

Ο ήλιος κόντευε να βασιλέψει και οι σκιές από τα δέντρα δημιουργούσαν ένα παράξενο σκηνικό!!
Το παγκάκι τους άδειο!!!

Ήρθε και δεν την βρήκε, δεν ήρθε:

Κάθισε αποκαμωμένη κι απελπισμένη στο παγκάκι, μαζεύτηκε ένα κουβάρι κι όπως ήταν άυπνη τόσες μέρες από την αγωνία, την πήρε ο ύπνος!!!!!

Όταν άνοιξε τα μάτια της το πρώτο πράγμα που είδε μπροστά της , ήταν τρία κόκκινα μπαλόνια!

Το σύνθημα τους!

Το θυμήθηκε αμέσως!!

Το ένα σήμαινε, ΗΡΘΑ!
Το άλλο, ΒΡΗΚΑ ΔΟΥΛΕΙΑ!!
Και το τρίτο ΕΤΟΙΜΑΣΟΥ ΠΑΝΤΡΕΥΟΜΑΣΤΕ!!!!!

Δυο χέρια την έσφιξαν ξαφνικά και ο ήλιος έλαμψε ξανά!!!!!

Περιττό να σου πω ότι πήγαν χέρι χέρι στους γονείς της, χωρίς φόβο να μη τους δει κανείς πια κι αφού τη ζήτησε από τον αποσβολωμένο πατέρα της, όρισαν και την ημερομηνία του γάμου τους!!!

Αν και θα έφευγε κι αυτή μαζί του, δέχτηκαν οι γονείς της γιατί σκέφτηκαν ότι η Ευρώπη είναι πιο κοντά από την Αμερική που ήθελε ένα μήνα με το καράβι για να φτάσεις!!!!

_Όπως καταλαβαίνεις, θεώρησα καλό οιωνό το κόκκινο μπαλόνι γιαυτό και γέλασα!!!
Λυπάμαι που σε στεναχώρησα με τα κλάματα μου, εμείς τουλάχιστον θα μιλάμε κάθε μέρα μέσω Skype.
Να πας με το καλό κι εύχομαι να πάνε όλα καλά και να έχουμε κι εμείς την ίδια πορεία με τους παππούδες μου.

Πάμε τώρα να τους χαιρετίσεις και να τους πούμε για το κόκκινο μπαλόνι που βρήκαμε στο πάρκο!!

_Σε ένα χρόνο λοιπόν αγαπημένη μου, ραντεβού στο παγκάκι μας με τρία κόκκινα μπαλόνια!!!!

_Δεν πιστεύω να ζει ακόμα η κυρά Κυκλωπία:
Να κοιμάμαι ήσυχος:



''Άστην να καλπάζει''
Συγγραφέας: Fairelena { Fairelena's blog}
Η εικόνα επιλογή της Ρένας Χριστοδούλου για την Fairelena είναι:


Σε μέρη που εκείνη ταξίδεψε δεν υπήρχαν χάρτες να της δείξουν τον δρόμο ,ακολουθούσε πάντα το ένστικτο της που δεν ήταν πάντα σωστό , έπεφτε σε ποτάμια και τσακιζόταν σε χαράδρες κάνοντας το σώμα της σκληρό και δυνατό σε κάθε κακουχία .
Θέρισε με τους ανέμους τα πιο ψηλά βουνά και έδινε στον ουρανό το χρώμα που αγαπούσε κάθε φορά που ξάπλωνε να ξαποστάσει .

Ήταν γεννημένη να μάχεται , ήταν γεννημένη για κάποιο λόγο που δεν ήξερε ακόμη και όμως ήταν ολοφάνερο γιατί το όνομά της δεν της το είχαν δώσει άνθρωποι αλλά τα αερικά που φώλιαζαν στα μαλλιά της και της ψιθύριζαν τραγούδια μαγικά ,της γέμιζαν το σώμα με ολόλευκα λουλούδια και της χάριζαν την δύναμη να φορτώνει αρώματα την ψυχή της .


Είναι αυτή που πάντα βγάζει από το στόμα της τα μαργαριτάρια της σκέψης μου και εγώ την βρήκα κάπου εκεί και την έφερα μπροστά σας , είναι αυτή που καλπάζει ανενόχλητη και χαρίζει στον καθένα την ουτοπία πως όλα μπορούν να συμβούν μέσα στα σπλάχνα της.


Η φαντασία λοιπόν , αυτό είναι το όνομά της , λευκό άτι που δεν γνωρίζει τι σημαίνει τέλος , που είναι πάντα η αρχή για κάθε καλή η κακή σκέψη , για κάθε παραμύθι και αλήθεια που δεν βρίσκει τον τρόπο να φανεί γυμνή .


Η φαντασία που δεν φορά τον μανδύα της λήθης και τον κρατά να σέρνεται σαν άψυχο σώμα σε κάποια βρεγμένα λιθόστρωτα και καλπάζει ακατάπαυστα μέχρι και την στιγμή που οι ανάσες κόβονται και εκείνη παίρνει μορφή σε μια άλλη διάσταση , στον κόσμο του ονείρου .






''Ερωτήσεις''
Συγγραφέας Μαρία Νικολάου {το Κείμενο}
Η εικόνα επιλογή της Fairelena για την Μαρία Νικολάου είναι:


πηγή

Τι είναι ο νους;
Ένας αχυρώνας χαμένος στον βαθύ νότο.
Χτυπημένος από θύελλες και βροχές,
στέκει ανέπαφος, 
προστατεύοντας το φαΐ του κόσμου. 
Τι είναι η σκέψη;
Μια φυλακή με ξύλινα σανίδια,
καρφωμένα μεταξύ τους με αίμα και δάκρυα.
Τι είναι μια ιδέα;
Ένα χωράφι αγριόχορτα,
που προστατεύουν κυκλάμινα, 
ξεχασμένες ανεμώνες και φρέσκες μαργαρίτες. 
Τι είναι η φαντασία;
Μια τεράστια μπλε καστανιά,
που μπλέκει στον ίσκιο της το νου, την σκέψη και την ιδέα.


Και όλα αυτά αλλάζουν την μέρα,
δένουν τον άνθρωπό με τ΄ άπειρο και τ΄ άπιαστο.
Σε ασπρόμαυρο φόντο,
δίνουν ζωή, δίνουν ελπίδα.






''Αν είχαν οι καρδιές αμπάρες''
Συγγραφέας Airis {Η ζωή είναι ωραία...}
Η εικόνα επιλογή της Μαρίας Νικολάου για την Airis είναι:

πηγή: αναγράφεται στην φωτογραφία

Αν είχαν οι καρδιές αμπάρες 
Όλα θα ήταν πιο εύκολα
Όταν κάποιος μας συμπεριφερόταν άσχημα ή άπρεπα
-στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, στη ζωή
Όταν κάποιος μας εγκατέλειπε
Όταν κάποιος αγαπημένος μας πέθαινε
Δεν θα πληγωνόμαστε
Δεν θα κλαίγαμε
Δεν θα υποφέραμε
Όλα θα ήταν πιο εύκολα
Σαφέστατα


Αν είχαν οι καρδιές αμπάρες
Σκέφτομαι πως ίσως δεν θα είχα γνωρίσει ποτέ τον Έρωτα
Δεν θα είχα σκιρτήσει σε πρώτα φιλιά
Δεν θα είχα αναστηθεί σε στοργικές αγκαλιές
Δεν θα είχα ταξιδέψει στους ωκεανούς των αισθήσεων 
και των αισθημάτων


Αν είχαν οι καρδιές αμπάρες
(Εδώ που τα λέμε)
Δεν θα είχα νιώσει τίποτα στη ζωή μου
Δεν θα είχα έρθει ποτέ κοντά με τη φίλη μου
Τον φίλο μου
Τον σκύλο μου
Θα είχα στερηθεί την ηρεμία που σου δίνει ένα χάδι
Τη χαρά που σου δίνει μια παρουσία
Την ευτυχία να έχεις γύρω σου ανθρώπους που σε νιώθουν
Που σε αποδέχονται όπως είσαι
Την ευκαιρία να νιώσεις την γλύκα της προσφοράς
Ανώτερη από κάθε άλλη γλυκιά γεύση


Μπορώ να κλειδώσω αν θέλω την καρδιά μου
Να αποκλείσω όλους τους πόνους 
Κι ας μην πουλιούνται στα καταστήματα
Αλυσίδες και κλειδαριές για καρδιές κι αισθήματα
Υπάρχει τρόπος
Πετρώνεις, σκληραίνεις
Γίνεσαι ρομπότ και δεν νιώθεις
Απλούστατα


Σκέφτομαι όμως ότι προτιμώ να ρισκάρω
Θέλω να γεμίζω από αγάπη κάθε μέρα
Να ζω ίσαμε το μεδούλι ό,τι έρχεται σε αυτή τη ζωή
Καλά και κακά, όλα να πέφτουν πάνω μου 
Και να τα σηκώνω


Ναι, θέλω να συνεχίσω να ρισκάρω
Ένεκα του χαδιού
Της μάνας, της φίλης, του ζώου
Του Έρωτα!
Κι όλων όσων απαρτίζουν αυτό που λέμε 
Ζωή





''Χρονοτάξιδο''
Συγγραφέας Maria Kanellaki  {Απάγκιο}
H εικόνα επιλογή της Airis για την Μaria Kanellaki είναι:

πηγή

Τράβηξε το καλώδιο απ’ την πρίζα και τακτοποίησε τα σιδερωμένα στα συρτάρια τους.
«Τα σώβρακα να τα σιδερώνεις, για να πεθαίνουν τα μικρόβια» άκουγε τη φωνή της συνείδησης απ’ το υπερπέραν. Ύστερα ετοίμασε το αυριανό φαγητό, αφού τεμάχισε με χειρουργική ακρίβεια το κρεμμύδι, έτσι ώστε αυτό να περάσει απαρατήρητο απ’ το ιεροεξεταστικό βλέμμα των παιδιών. Κάτι αξόδευτα κλάματα που είχαν μαζευτεί από καιρό στους κερατοειδείς, κατρακύλησαν στην κατσαρόλα και τσιγαρίστηκαν με τα δάκρυα απ’ το βατικιώτικο∙ «Από ξηροφθαλμία πάντως, δεν κινδυνεύεις, μικρή μου!» ξανακούστηκε η φωνή, απ’ τη χοάνη του απορροφητήρα αυτή τη φορά. Αργά το βράδυ, και αφού τα καλοσιδερωμένα σώβρακα φορέθηκαν και κοιμήθηκαν μακαρίως, μάζεψε τα κουράγια της, το τραπέζι, τα άπλυτα πιάτα, τα βρόμικα ρούχα και τα πεταμένα παιχνίδια στο σαλόνι. Στο γιορτινό χαρτόνι πάνω στο ψυγείο, τα παιδιά είχαν διαγράψει με κόκκινο μαρκαδόρο, άλλο ένα κουτάκι. «Τριάντα μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα». Έβγαλε το αγιοβασιλιάτικο μαγνητάκι, ξεκρέμασε το χαρτόνι κι άρχισε να τρίβει το κοκκινάδι που είχε ξεστρατίσει, πασαλείβοντας την επιφάνεια του ψυγείου. «Χο-χο-χο… ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει» της χαμογέλασε σαρδόνια η αγιοσύνη του. «Πού να τα βάζεις νυχτιάτικα με ανεξίτηλους αγίους;» σκέφτηκε και αποχώρησε παραδομένη και κατάκοπη. Αύριο πάλι…


Λίγο πριν βυθιστεί σ’ έναν ληθαργικό ύπνο, ανέσυρε το μαύρο τεφτέρι της για να κάνει το ταμείο της ημέρας. Σήμερα, έσβησε μια προσβολή απ’ τον μεγάλο. Σήμερα, μια απαξιωτική συμπεριφορά απ’ την κόρη. Σήμερα, μιαν άγρια σπρωξιά απ’ τον Θωμά. Σήμερα, μια αδικία απ’ τον προϊστάμενο. Σήμερα, έβγαλε ένα εισιτήριο με την αμαξοστοιχία. Χτες, είχε ετοιμάσει μια βαλιτσούλα με τα απαραίτητα∙ όλα κουβαριασμένα και ασιδέρωτα, των εσωρούχων συμπεριλαμβανομένων. Αύριο, θα έχει μετανιώσει που δεν τους άφησε πίσω, ένα μαγειρεμένο φαγάκι. Μεθαύριο, θα μάθει πως την ψάχνουν εναγωνίως όλοι τους, για να πραγματώσει τα “σήμερα” που τα άφησε σύξυλα κι εξαφανίστηκε.


Το τεφτέρι γέμισε πια. Απ’ την εύθρυπτη κιμωλία, δεν απόμειναν παρά ελάχιστοι, λευκοί κόκκοι. Ίδια απόχρωση με τις φύτρες που στολίζουν το στεφάνι των μαλλιών της. Τα έπιασε ένα σφιχτό κότσο, όπως τότε που μοσχομυρίζανε ξιδόνερο κι αρισμαρί, και ξάπλωσε νωχελικά στο παράθυρο του κουπέ. Το τρένο ξεκινάει το παλινδρομικό του ταξίδι πάνω στις ξύλινες τραβέρσες κι απ’ το παράθυρο χαζεύει τη διαδρομή προς το “χτες”. Θα μετρήσει αντίστροφα τις μέρες, τα χρόνια, τα όνειρα, θα κάνει σταθμό στο αρυτίδωτο πρόσωπο και στις νεανικές επιθυμίες που, κάποτε, είχαν υποκύψει στα τραύματά τους. Κι αυτή, όλο και θα μικραίνει∙ θα γίνει το κορίτσι με τα στιλπνά μαλλιά που μετράει αντίστροφα τις μέρες ως τα Χριστούγεννα. Ανυποψίαστη για τα βακτήρια που αναπτύσσονται στις ραφές των εσωρούχων και παντελώς αδιάφορη για κρεμμύδια, τρίφτες και τσιγαρίσματα σε κατσαρόλες.


Με την επίγνωση πως το αύριο θα είναι ίδιο κι απαράλλαχτο με το σήμερα, παραδόθηκε κι απόψε στο όνειρο της φυγής, κρυμμένη στο σιδερένιο τρενάκι που είχε μαζέψει νωρίτερα απ’ το σαλόνι.


Φέτος, θα ζητήσει απ’ τον αϊ-Βασίλη μια καινούργια κιμωλία…



''Παραμονή Χριστουγέννων.Σ' ένα παράλληλο σύμπαν''


Συγγραφέας Marina Tsardakli {Εκεί που ερωτεύομαι τη ζωή}
Η εικόνα επιλογή της Maria Kanellaki για την Μarina Tsardakli είναι:




Η Νύχτα αποσβολωμένη, χάζευε τον όμορφο χορό των Νιφάδων στην σκηνή του Ουρανού! Τι όμορφη αντίθεση το λευκό Τους, πάνω στα μαύρα σκηνικά Του! Η πλατεία, γιορτινά στολισμένη, με λαμπάκια να φωτίζουν τους δρόμους κι ένα τεράστιο δέντρο να διακοσμεί το κέντρο της. Στη κορυφή, ένα λαμπερό, ζηλευτό αστέρι!


Οι άνθρωποι της πόλης, τυλιγμένοι στα ζεστά τους μπουφάν, άρχιζαν να συγκεντρώνονται στη κεντρική πλατεία! Στα χέρια τους όλοι, κρατούσαν από ένα δώρο. Δεν ήταν κάτι που αγόρασαν ή έφτιαξαν για την περίσταση. Ήταν κάτι που ήδη είχαν, αλλά διαπίστωσαν πως δεν είχαν χρησιμοποιήσει πολύ, τη χρονιά που πέρασε. Όλοι λοιπόν, μεγάλοι – μικροί, διάλεξαν κάτι, κι έγραψαν ένα γράμμα (ίσως με κάποια βοήθεια οι μικροί) για τον μελλοντικό ιδιοκτήτη. Το έβαλαν σε ένα κουτί, το τύλιξαν με φροντίδα και πήραν τον δρόμο για τη πλατεία. Παρά το τσουχτερό κρύο, κανείς δεν έμεινε στο σπίτι του. Όλοι εκεί, όλοι με ένα δώρο να αφήσουν κάτω από το δέντρο.





Τα πρόσωπα τους, κόκκινα από τη ψύχρα, μα η καρδιά τους, ένα κόκκινο ζεστό, χαρούμενο, αισιόδοξο. Τα χείλη τους χαμογελαστά, αντάλλασσαν ευχές με μάτια χαρούμενα και διάθεση εορταστική.


Μια ευχή στον αέρα: «Καλά Χριστούγεννα».


Και θα ήταν καλά, γιατί το επόμενο πρωί, όλοι ανεξαιρέτως θα είχαν από ένα δώρο. Και το πιο πολύτιμο δώρο θα ήταν οι ευχές και τα λόγια, του προηγούμενου ιδιοκτήτη του αντικειμένου που θα είχε το κουτί τους!


Το επόμενο πρωί, λίγο πριν αδειάσει η πλατεία, έμεινε ένα ακόμα δώρο κάτω από το δέντρο. Ρώτησαν αν κρατούσαν όλοι από ένα κουτί κι απάντησαν όλοι καταφατικά. Δεν τους έβγαιναν τα μαθηματικά και δεν ήξεραν ποιος το είχε αφήσει. Το άνοιξαν και μέσα είχε μια φωτογραφία. Έμοιαζε με την πλατεία, μα δεν την αυτή. Αυτή η πλατεία ήταν στολισμένη, μα άδεια. Τόσο άδεια, που τα φωτάκια δεν φώτιζαν πολύ την όψη της.


Μέσα είχε ένα σημείωμα που έλεγε:


«Κρατούσα πάντα αυτή τη φωτογραφία, για να θυμάμαι πώς δε θέλω ποτέ να δω αυτόν τον Κόσμο. Φωτισμένο, μα άδειο! Από συναισθήματα, από σκέψεις, από εμπειρίες, από ιδέες, από Ανθρώπους! Την αφήνω σε σας, με την ευχή, αυτά τα Χριστούγεννα, όλοι να βρουν την υγεία τους, την αγάπη τους, την ευτυχία τους, το απάγκιο τους! Με την ευχή, να μη δείτε ποτέ αυτό τον κόσμο άδειο.


Καλά Χριστούγεννα!»


''CHRISTMAS BLUES''
Συγγραφέας: Butterfly {BUTTERFLY'S WORLD}
Η εικόνα επιλογή της Marina Tsardakli για την Butterfly είναι: 



Όλα φαίνονταν θολά πίσω από το βρεγμένο τζάμι. Κάποια φωτάκια τρεμόπαιζαν στο απέναντι παράθυρο. Είχε μπει ο Δεκέμβρης και ο κόσμος γύρω χόρευε στους γιορτινούς ρυθμούς. Τα παιδιά χάζευαν τα γλυκά και τα παιχνίδια στις Χριστουγεννιάτικες βιτρίνες. Ένα ανθρώπινο ποτάμι πλημμύριζε τον πεζόδρομο με τα μαγαζιά, οι καφετέριες και τα μεζεδοπωλεία γεμάτα και τα χαμόγελα έδιναν κι έπαιρναν. Η κρίση κρίση αλλά η φτώχεια θέλει καλοπέραση.

Όλο αυτό το κλίμα υποχρεωτικής ευδαιμονίας του έδινε στα νεύρα. Πάντα η εποχή αυτή του προκαλούσε μελαγχολία. Θες γιατί όταν όλοι γιόρταζαν εκείνος δούλευε; Θες γιατι ποτέ δεν είχε νιώσει αυτό που λέμε οικογενειακή θαλπωρή; Ακόμα ίσως γιατί ερχόταν το τέλος άλλης μιας χρονιάς που τίποτα δεν είχε αλλάξει, που όλα έμεναν στάσιμα.

Φέτος όμως, είχε αποφασίσει να κάνει κάτι διαφορετικό. Δεν θα περνούσε αυτές τις μέρες μόνος του. Θα έψαχνε παρέα αληθινή, καρδιακή στα πιο απίθανα μέρη. Εκεί που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια υπέφερε, αλλά η ανθρωπιά είχε μια άλλη ξεχωριστή θέση.
Πάρκαρε λίγο παραπέρα από την πλατεία. Το μέρος θεωρούνταν επικίνδυνο μόλις έπεφτε η νύχτα. Στα χέρια του κρατούσε διάφορες τσάντες. Όλες περιείχαν το ίδιο ακριβώς. Ένα μπουκάλι κονιάκ, ένα πακέτο τσιγάρα κι έναν μαλλινο σκούφο. Άρχισε να περπατάει ανάμεσα στις φωτιές από χαρτόκουτα. Πλησίαζε έναν έναν τους ανθρώπους με τα σκυφτά κεφάλια και τα καμμένα βλέμματα. Τους έτεινε από μια σακούλα κι έφευγε σιωπηλός.
 Όταν έφτασε στο τέρμα στάθηκε κρυμμένος παράμερα και παρατηρούσε τις αντιδράσεις όσων άνοιγαν τη σακούλα. Άλλοι άρπαζαν με λαχτάρα το ποτό, άλλοι ευλαβικά άναβαν ένα τσιγάρο. Στην τελευταία φωτιά μια νεαρή γυναίκα αγκάλιαζε ένα αγοράκι γύρω στα 12. Του φόρεσε με αγάπη το σκούφο κι άφησε έναν αναστεναγμό. Το αγόρι είχε γυρίσει προς το μέρος που κρυβόταν. Τον είδε και με θάρρος τον πλησίασε.
 "Έλα" του είπε και τον πήρε από το χέρι. Τον τράβηξε κοντά του δίπλα από τη φωτιά και του έγνεψε να καθίσει μαζί τους. Έβγαλε ένα πλαστικό ποτήρι τον τράταρε κονιάκ. Έβαλε και για τον εαυτό του ένα κι άναψε τσιγάρο. Υπό άλλες συνθήκες, θα είχε σοκαριστεί θα είχε θυμώσει, θα είχε μαλώσει το 12χρονο αγόρι που έπινε και κάπνιζε. Όμως απόψε ήταν αλλιώς. Απόψε δεν υπήρχε λάθος και σωστό δεν υπήρχε κριτική. Μόνο η ανάγκη να πάρει και να δώσει αγάπη. Δίπλα τους η μητέρα του, με μάτια κόκκινα από τον πυρετό ή την εξάρτηση ή ισως τα δάκρυα τον κοιτούσε γεμάτη ευγνωμοσύνη χωρίς να πει λέξη.

Πλάι πλάι τους βρήκε το πρωί. Τα λόγια τους λιγοστά. Μοιράστηκαν το κονιάκ και τα τσιγάρα, τη ζεστασιά της φλόγας που σιγόκαιγε. Μοιράστηκαν και μια άλλη ζεστασιά, αυτή που λιώνει τους πάγους της ψυχής, αυτή που μοιράζονται μόνο όσοι λιώνουν από κάποιον καημό. Διαφορετικές ζωές, διαφορετικοί καημοί, ένας πόνος.

Με το ξημέρωμα γύρισε στο άδειο του σπίτι. Άναψε το τζάκι κι άνοιξε ένα παλιό κουτί από παπούτσια. Από μέσα άρχισαν να ξεπηδούν παλιές φωτογραφίες, γράμματα, ημερολόγια. Ένα ένα τα έριξε στη φωτιά. Το δεντράκι στο απέναντι παράθυρο ακόμα αναβόσβηνε γιορτινά. Η θολούρα στα μάτια του επέστρεψε. Ένα δάκρυ κύλησε αργά. Αποχαιρέτισε όσα τον κρατούσαν δέσμιο στο παρελθόν κι υποσχέθηκε στον εαυτό του πως ξημέρωνε ένα νέο μέλλον. Κι έτσι, δακρυσμένος, αλλά γεμάτος, αποκοιμήθηκε δίπλα στις φλόγες.

''Εξομολόγηση''
Συγγραφέας η Woman in blogs {a button on the moon}
Η εικόνα επιλογή της Butterfly για την woman in blogs είναι:



Με τι βαραίνει τόσο η καρδιά μου;

Με τα δάκρυα σίγουρα. Δάκρυα οργισμένα που κυλούν να πνίξουν τον πόνο και δάκρυα που σιωπούν παγωμένα από τον πόνο. Τον πόνο της απώλειας. Δε στερεύει ο άτιμος. Μόνο προσαρμόζεται κι αυτός στις απαιτήσεις της ζωής. Κι έτσι βαραίνει η καρδιά από τις στενοχώριες, βαραίνει κι από τις χαρές.
Τις χαρές που ζω και για όσους αγάπησα και δεν είναι πια στο πλάι μου. Κοιτάζω το ουράνιο τόξο για ακόμα πέντε ζευγάρια μάτια. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς η καρδιά μου χτυπάει γιορτινά και για άλλες πέντε καρδιές. Η καρδιά βαραίνει κι από τις χαρές…
Κι από τις αδικίες. Τις μικρές που δεν καταφέρνω να νικήσω, τις μεγάλες που νιώθω αδύναμη να αντιμετωπίσω. Κόμποι από το λαιμό και κόμποι από το στομάχι καταλήγουν βάρος ασήκωτο στην καρδιά…


Δεν μπορώ να πορευτώ με μια τόσο βαριά καρδιά. Κάτι πρέπει να κάνω! Να μοιραστώ το βάρος. Με τους ξένους; Όχι, ο ξένος κι αν νοιαστεί, θα πάρει το βάρος και θα το πετάξει κι αυτό το βάρος θέλει φροντίδα, κανάκεμα και μέρος να κουρνιάσει, αλλιώς θα επιστρέψει μίσος…
Να μοιραστώ το βάρος με τους δικούς μου; Όχι, όχι! Θα τους στενοχωρήσω, θα τους κουράσω κι εγώ θέλω να είμαι βράχος για τους δικούς μου. Μα, μια καρδιά για να σταθεί βράχος, πρέπει να ‘ναι ελαφριά σαν πούπουλο, ευκίνητη σα σύννεφο, να μπορεί να τρέξει, να σκαρφαλώσει, να χορέψει…


Θα βρω λέξεις να περιγράψω το βάρος της καρδιάς και θα μοιραστώ τις λέξεις αυτές. Ναι, είναι μια καλή λύση! Το βάρος γίνεται λέξη, η λέξη ακουμπά απαλά, παρηγοριέται εύκολα. Και να, η καρδιά αλαφρώνει! Μα τόσο λίγο και για τόσο λίγο…
Κι όμως! Κάτι μου λέει πως οι λέξεις είναι η λύση… Και είναι! Ξέρω ποιες καρδιές μπορούν να σηκώσουν το βάρος της δικής μου καρδιάς και να το φροντίσουν χωρίς να λυγίσουν, γιατί γεννιούνται από την αρχή κάθε φορά που μια σελίδα γυρίζει. Είναι οι καρδιές οι φτιαγμένες από λέξεις, λέξεις από διαφορετικές γλώσσες, εποχές και πένες. Καρδιές σαν του Μικρού Πρίγκιπα! Σε κόσμους όμορφους σαν τον πλανήτη Β612.


Εκεί έμαθα να φτιάχνω τους δικούς μου κόσμους από λέξεις, κόσμους με αδικημένους που δικαιώνονται, με έντιμους που αντέχουν και μπερδεμένους που βρίσκουν το δρόμο τους. Κόσμους που σηκώνουν το βάρος της καρδιάς μου.
Εκεί έμαθα πως μερικά παραμύθια λένε αλήθειες. Αλήθειες που σηκώνουν το βάρος της ουτοπίας μου.

Κι έτσι, κάθε που η καρδιά μου βαραίνει, ξεκουράζομαι σε καρδιές από λέξεις, μοιράζομαι τις λέξεις μου με καρδιές που ζουν έξω από τις σελίδες, παραμυθιάζομαι και λέω πως τάχα είμαι ένα κουμπί και τάχα μένω στο φεγγάρι…

''Dance with me''
Συγγραφέας Λυσίππη {On the Up and Up}
Η εικόνα επιλογή της Woman in blogs για την Λυσίππη είναι:

Σ’ αυτή την ιστορία είμαι εγώ. Είσαι κι εσύ. Είμαστε μαζί. Αφηνόμαστε να περιπλανηθούμε παρέα σ’ ό,τι χτίζουμε σε πραγματικό χρόνο, με τη σκέψη που τη μετουσιώνουμε σε λέξεις.

Βλέπουμε και περπατούμε. Περπατούμε; Πράγματι, βλέπουμε τα δύο πόδια μας να συντονίζονται εναλλάξ και το σώμα μας να κινείται υπάκουα λίγο ή πολύ. Εμείς επιλέγουμε το πόσο. Αλλά απομακρυνόμαστε στ’ αλήθεια;

Η μήτρα όλης μας της ύπαρξης είναι το παρελθόν μας, και πυρήνας της το πατρικό μας σπίτι. Μπορεί να ζούμε ακόμα εκεί, ή να έχουμε μετακομίσει σε άλλο σπίτι ή άλλη πόλη. Στην πραγματικότητα δεν αλλάζει κάτι, παραμένουμε εκεί. Οι ρίζες μας είναι εκεί θαμμένες κι απλά μας δίνουν περιθώριο να απομακρυνόμαστε - σαν ένας δεμένος σκύλος που του αφήνει μπόλικο αέρα κίνησης ένα γενναιόδωρο λουρί.

Τα πόδια μας κινούνται ξανά εναλλάξ, μα, αντί να μας πάνε μπροστά, αυτή τη φορά μας πάνε προς τα πίσω. Ακολουθούμε τις ρίζες μας. Απ’ τις πρόσφατες γνώριμες εικόνες μας γλιστρούμε σ’ εκείνες που είναι λες κι από πάντα είχαν εντυπωθεί μέσα μας. Κατά ένα μέρος, καθώς «ό,τι αφήνουμε, μας αφήνει». Αφήσαμε πίσω μας αυτά τα μέρη κι εκείνα δεν περίμεναν να γυρίσουμε για ν’ αλλάξουν. Παραμένουν γνώριμα, γιατί εκεί ζήσαμε, μεγαλώσαμε, ερωτευτήκαμε, πικραθήκαμε, ονειροπολήσαμε, κλάψαμε… Αλλά η πατίνα τού χρόνου αλλοίωσε το τοπίο.

Μες σ’ αυτό το αλλοιωμένο τοπίο είναι και το σπίτι μας. Αποσυντιθέμενο κι αυτό. Σκουριασμένα πορτοπαράθυρα, φαγωμένοι σοβάδες, αλυσίδα με περασμένο λουκέτο στην πόρτα. Στάζει μοναξιά κι εγκατάλειψη χάσκοντας έτσι, σαν ανοιχτό στόμα νεκρού που μάταια προσπαθεί να βγάλει φωνή πια. 

Αφήνουμε όλο το βάρος μας ν’ ακουμπήσει στο πεζούλι ενόσω κοιτάμε τα κλειστά παράθυρα, γιατί νιώθουμε σαν καρφίτσα που τη τραβάει η γη - μαγνήτης. Το φορτίο μας είναι ανυπόφορα ασήκωτο. Το παράθυρο ανοίγει και προβάλει το πρόσωπο της μαμάς. Η πόρτα ανοίγει κι ο μικρός μας εαυτός ξεχύνεται με ορμή βαστώντας τη μπάλα. Ένα «να προσέχεις» και «να γυρίσεις πριν νυχτώσει» ακούγεται προστατευτικά απ' τα αγαπημένα χείλη. Οι διάφορες ηλικίες, οι διάφοροι ρόλοι και τα συμπλέγματά μας μπερδεύονται μεταξύ τους. Σκέψεις και συναισθήματα δεν δαμάζονται, τρέχουν στους δρόμους τής ψυχής μας και φτάνουν στα φρεάτια των ματιών μας, όπου ξεχύνονται δάκρυα ποτισμένα πόνο, νοσταλγία κι ανομολόγητα, σκονισμένα φορτία που κουβαλούσαμε και κρύβαμε καιρό μέσα μας. Το σπίτι βρυχάται, η μαμά έχει πεθάνει, εμείς έχουμε την ηλικία τής μαμάς και κλαίμε.

Μάλλον ήρθε η ώρα να φύγουμε, αλλά δεν ξέρουμε πού να πάμε. Παραπαίουμε ακόμη. Ανθρώπινες φωνές, γέλια και μουσική ακούγονται από ένα στενό. Τα βήματά μας ενστικτωδώς θα μας οδηγήσουν εκεί. Κάποιες φορές το πλημμυρισμένο από συναισθήματα μέσα μας νιώθει την ανάγκη ν' ακουμπήσει κάπου, ή αρκεί να μη νιώθει μόνο του - κι ας στέκει βουβό. Βαδίζουμε ανάμεσα στους πολλούς και στεκόμαστε δίπλα τους, ίσως πάμε ακόμα πιο μπροστά για να παρακολουθήσουμε καλύτερα τα κορίτσια που χορεύουν. Τα μάτια μας απορροφώνται στην κίνησή τους, που εναρμονίζεται με τον ρυθμό που κελαρύζει απ' τα ηχεία. Μια κίνηση θαρρείς από πλαστελίνη· πλάθεται συνεχώς. Ξέρει πότε θα είναι κοφτή, πότε θα μαλακώσει, πότε θα αφεθεί απλά να ρέει στην ακινησία της και πότε απότομα θα δώσει πάλι απ' τον δυναμισμό της. Σκεφτόμαστε πως χορός σημαίνει ζωή, σημαίνει μεταμόρφωση, σημαίνει ελευθερία. Χορεύουμε μαζί τους, νοερά. Η ανάσα μας βγαίνει πιο εύκολα και νιώθουμε ανάλαφροι, σαν πούπουλο που χορεύει στον αέρα.


Πίσω απ' τα κορίτσια μια κυρία στέκει με το κινητό της και τραβάει στιγμιότυπα.

Παίρνει κι εμάς ο φακός της.

Χαμογελάμε!


''Να πας να γαμηθείς Ψευδαίσθηση!''

Συγγραφέας Maniaspirit {Καληνύχτα}
Η εικόνα επιλογή της Λυσίππης για την Maniaspirit είναι:



Να πας να γαμηθείς… δεν είσαι τίποτε άλλο από μια απάτη. Αναλώνεσαι σε εικονικές καταστάσεις και όταν πραγματικά σε έχω ανάγκη, με αφήνεις άνυδρη σε κακοτράχαλο δρόμο. Προσπαθώ να καταλάβω τι στο διάολο ρόλο παίζεις. Κόντρα ρόλο θα μου πεις, αυτό της φυγής. Όμως όσο και αν προσπαθείς να γλυτώσεις σου χουφτώνω τα βυζιά, είναι η ώρα να με θρέψεις. Την πρώτη φορά που έμαθα πως τα μωρά που θηλάζουν δεν πίνουν νερό, τρόμαξα στο μεγαλείο της φύσης.

Προσπαθώ, δεν βλέπεις; προσπαθώ. Έστω, μην πας να γαμηθείς. Δώσε όμως κάτι αληθινό, που να συνάδει με το τοπίο της ζωής μου, έστω λίγη σκόνη πάνω στα ρούχα σου. Με κάνεις και γελάω με την σημειολογία των ρούχων σου, του κουτιού ιδεολογίες, πιστεύω και φιλοσοφίες, … ούτε αυτά που φοράς δεν τα έχεις κάνει δικά σου. Δανεικά για τις σκηνοθετικές ανάγκες. Τα ξέρω αυτά τα μοντέλα, με ενδυματολογία από σπόνσορες, έμμεση διαφήμιση και προπαγάνδα.

Προσπαθώ δεν το καταλαβαίνεις;… προσπαθώ. Έστω, είσαι ηθοποιός σε έργο που σκηνοθετεί η φαντασία μου. Ξέρεις όταν εσύ παίρνεις μορφή και οργιάζεις στις σκέψεις, απόλυτα προστατευμένη με ψεύδος για να μην σε εξατμίσει ο ήλιος, εγώ γλυκιά μου άγνωστη γνωστή παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα παιχνίδια σου.

Βλέπεις στην προσπάθεια μου, ανακάλυψα πως είμαι μεν ο χωματόδρομος, είμαι όμως και τα χωράφια, ο αέρας, ο ορίζοντας αλλά και ο απλός προορισμός που φωτογραφίζει μια πειραγμένη φωτογραφία. Είμαι η πραγματικότητα, σκληρή αλλά γυναικάρα! Γι αυτό καλή μου μιας και νερό δεν κουβαλάς, θα σου πω το απλό : «Αν αυτή την εποχή της ξεραΐλας , τα κλαδιά στο δεμάτι που κουβαλάς, δεν έχουν επάνω σπόρους για να φυτέψω, δεν σε χρειάζομαι… άρα να πας να γαμηθείς αλλού, αλλού να βάλεις φωτιά να κάψεις τα ξερά. Το κατάλαβες θαρρώ, είμαι εγωίστρια, φωτιά»

Γελάω γιατί αν ήσουν μια δική μου τέχνη (φωτογραφία) θα μου είχες ξυπνήσει ένα σωρό μνήμες προσωπικές, μακροβούτι σε ενυδατωμένες αναμνήσεις και ο έρωτας, το γαμήσι δηλαδή, θα ήταν όλο δικό μου!!!

Καταλαβαίνεις ε? Καλά, καταλαβαίνεις δεν καταλαβαίνεις, ήδη έχουν ξεπεταχτεί από τα σποράκια σου, δυο τρεις ακόμη εμπνεύσεις αλλά το παιχνίδι έχει όπως η σπορά, κανόνες!.-

                                   




''Φοβίες''

Συγγραφέας Delfinaki {Φωτογραφικά Μονοπάτια}

Η εικόνα επιλογή της Maniaspirit για το Delfinaki είναι:


Λαλώ το τούτο , γιατί φοούμαι τους πολλά τους σιήλλους. Είτε μιτσιούς, είτε μιάλους , ο φός {φόβος} μου εν ο ίδιος.

Τσε αφού το σκέφτηκα καλά, αποφάσισα η ιστορία μου να εν τούτο ακριβώς , για τη φοβία μου για τους σιήλλους.

Που μιτσιά που τους φοούμαι.

Τσε ινταλως γίνεται , αφού τους φοούμαι τόσο , όπου πάω , όπου βρεθώ , εννά έβρω πάντα σιήλλο.

Μπορεί να εν τούτο που λαλούν , ότι φοάσαι έρκεται τσε βρίσκισε , ή ότι φοάσαι παθαίνεις το.

Ενηξέρω ίνταλως να το εξηγήσω , μπορεί να το νοιώθουν ότι τους φοούμαι τσε να ρκουνται κοντά μου για να μου δίξουν ότι εν υπάρχει λόγος;

Πριν χρόνια , κάθε πρωί , εξεκινούσα που το σπίτι μου να πάω στη στάση να πιάσω το λεωφορείο . Σε ένα συγκεκριμμένο σημείο , στο ίδιο πάντα, στη μέση της διαδρομής , ο ίδιος σιήλλος τσουπ που το πουθενά εμφανίζετουν τσε συνέχεια πίσω μου ώσπου να πάω στη στάση. Εγώ μέσα στο φο {φόβο} ώσπου να πάω , να γυρίζω συνέχεια πίσω μου.

Μόνον ο Θεός τσε η καρκιά μου ξέρουν ίνταμπου επερνούσα ώσπου ναπάω στη στάση. Έτρεμα που το φο μου. Τσε μόλις έφτανα στη στάση,τσιαμέ , εν έφευκε ώσπου να μπω στο λεωφορείο.

Ε μιαν ημέρα , εν άντεξα άλλο , τσε κλαια. Ετζιε φταίω εγιώ που τουςφοούμαι τσε πολλά μάλιστα, όι λλίο.



''...σουτ!''
Συγγραφέας: Anneta...ki {On the Up and Up}
Η εικόνα επιλογή της Delfinaki για την Anneta...ki είναι:



« … Σουτ! Αρχίζει το παραμύθι! Όταν τελειώσει, θα ξέρουμε περισσότερα απ΄ ότι τώρα… » Χ.Κ.Άντερσεν

…Μια φορά κι έναν καιρό στα χρόνια και στα μέρη μας ήταν μια… βιβλιοθήκη. Παραμονή Χριστουγέννων και η βιβλιοθηκάριος δεν έβλεπε την ώρα να σχολάσει και να γυρίσει στο ζεστό της σπιτικό. Όταν έφτασε η ώρα λοιπόν, κοίταξε αν όλα ήταν εν τάξει, ενεργοποίησε το συναγερμό και κλείδωσε ανυπόμονα τα βιβλία στην ησυχία τους. Όμως … ήταν ; Πρακτικά ναι, ήταν όλα τακτοποιημένα τα βιβλία με τους κωδικούς στα ράφια τους και τη βαριά μυρωδιά του παλιού χαρτιού στον αέρα.

Κατά τις 8 στο σκοτάδι, που μετά βίας έσπαγε το χλωμό της εξόδου κινδύνου φωτάκι, σύρθηκε μια σκιά. Μετά από λίγο και αναποφάσιστα σύρθηκε άλλη μια. Σαν κάτι να μετακινήθηκε, να θρόισε, σαν κάτι να φυλλομετρήθηκε με ένα αβέβαιο ήχο γυρίσματος των σελίδων. Στην πτέρυγα των κλασικών εικονογραφημένων παραμυθιών ίσα που ακούστηκε ένας σαν πεταλούδας στεναγμός. Σε λίγη ώρα , με ένα τρόπο που μόνο στα παραμύθια γίνεται, μια στρατιά παλιά βιβλία της παιδικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα απλώθηκε σε ένα τραπέζι ανάγνωσης, ανάβοντας με τον ίδιο υπερφυσικό τρόπο και το πράσινο πορτατίφ. Τα «παιδιά» του Χ.Κ.Άντερσεν είχαν τηρήσει τη συμφωνία τους για το έκτακτο meeting της διάσωσής τους. Εδώ και αρκετές νύχτες χέρι χέρι περνούσαν τα θέματα της ημερήσιας διάταξης που θα έβαζαν στο τραπέζι εδώ και τώρα .

Θέμα 1ο: - στα αζήτητα. Μα στα αζήτητα τα παραμύθια αυτά που δυο αιώνες ενσωμάτωναν τη διαφορά, αγκάλιαζαν τη διαφορετικότητα, προάσπιζαν την αγάπη, θρυμμάτιζαν την ταξική ανισομέρεια; !! Σε τι διχασμένο κόσμο θα μεγαλώσουν τα σημερινά παιδιά, άλλα να ανήκουν στη μια όχθη και άλλα στην απέναντι;
Θέμα 2ο: - η διάσωση του αγαπημένου τους κοριτσιού με τα σπίρτα πριν ξαναπεθάνει ξυλιασμένο. Αφού δε ζητήθηκαν να διαβαστούν από κανένα παιδί δεν είχαν καμία ελπίδα.

Στη συνεδρίαση πήραν μέρος όλοι οι αζήτητοι τίτλοι: η βασίλισσα του χιονιού με την τετράγωνη λογική, ο χιονάνθρωπος που αδιόρθωτα ερωτευόταν τη φλόγα μιας ξυλόσομπας, το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος, το έλατο που ανυπομονούσε να μεγαλώσει, τα κόκκινα παπούτσια που έσταζαν αίμα χορεύοντας ένα αδιάκοπο μπαλέτο, ο αυτοκράτορας με τα αόρατα ρούχα και τις αλαζονικές του αυταπάτες και ο γιος του μπαλωματή. Πριν ακόμη ξεκινήσει η συζήτηση για την επιβίωσή τους σιγά σιγά σύρθηκαν κι άλλοι τίτλοι, με την αγωνία έκδηλη στα εξώφυλλά τους για το αβέβαιο μέλλον τους: ο Σκρουτζ του Κ. Ντίκενς με χρυσοσκαλισμένη τη «Χριστουγενιάτικη Ιστορία» στη φθαρμένη του όψη, αυτός βλέπετε γνώρισε μέρες μεγάλης ζήτησης και το «Ένα δέντρο μια φορά» του Τριβιζά που γύρισαν και κοίταξαν έκπληκτοι όλοι αφού ο Ευγένιος ήταν περιζήτητος από τους νέους γονείς.

-Γιατί ήρθες Σκρουτζ; ρώτησε ο αυτοκράτορας, κάθε χρόνο γίνεσαι διασημότητα έτσι κι αλλιώς.

-Ωωωω ναι, μια διασημότητα την έχω, αλλά πού; Στην τηλεόραση και στο ίντερνετ μόνο. Έχω πολλά χρόνια να ζητηθώ και να ξεφυλλιστώ. Πάω να ξεφτιλιστώ!

-Κι εσύ Ήταν ένα Δέντρο μια φορά του Ευγένιου γιατί ήρθες εδώ; Πουλιέσαι και παίζεσαι παντού.

- Συμπάσχω γιατί κι εγώ θα μπαγιατέψω και ίσως έχω μια νέα οπτική των πραγμάτων να καταθέσω, είπε το Δέντρο.

Ο Σκρουτζ στη λέξη «καταθέτω» χασμουρήθηκε βαθιά. Πάλι λεφτά θα ζητήσουν, σκέφτηκε. « Η συνεδρίασις άρχεται και ο Σκρουτζ κρατά τα πρακτικά» είπε η Βασίλισσα αποφασιστικά. Ο Σκρουτζ αναπήδησε και παραλίγο να πέσει από την καρέκλα.

«Στα αζήτητα» το πρώτο μας θέμα, τι φταίει και τι κάνουμε γι΄αυτό. Αρχίζοντας από εμένα, έχασα από χρόνια την αίγλη μου. Αντικαταστάθηκα από τη Barbie και όλα της τα αξεσουάρ. Κανένα κορίτσι δεν πιστεύει πια σε βασιλοπούλες. Ό,τι καλό παραμόρφωνε ο καθρέφτης στις σελίδες μου διορθώνεται σήμερα από 6χρονα σε selfies με photoshop !!”

-Κανένας δεν πιστεύει σε αυτοκράτορες, συμπλήρωσε ο αυτοκράτορας. Οκ, μια ματαιοδοξία την έχω, τόσο που έγινα ρεζίλι νομίζοντας ότι μου έραψαν ρούχα που μόνο έξυπνοι θα έβλεπαν πάνω μου και επιδείκνυα και τα απόκρυφά μου ο ανόητος παντού αλλά ένα γέλιο το χάριζα τουλάχιστον.

-Κι εγώ νιώθω ξεγελασμένο είπε το έλατο στη σειρά του. Μέχρι να στηθούν τα πλαστικά έχουν ξεκολλήσει οι μισές βελόνες. Οι οικολόγοι ωρύονται και ελάχιστοι με στολίζουν σε κήπο ή βεράντα με τις ρίζες μου! Ούτε πριόνια ούτε καυσόξυλα μετά.

-Θα σας πω εγώ τι φταίει παιδιά, που δεν είμαστε στη μόδα αν και είμαστε περισσότερο από ποτέ! πήρε το λόγο ο γιος του μπαλωματή. Ο πατέρας μας ο Άντερσεν ορφάνεψε πάμφτωχος και κακάσχημος. Για σκεφτείτε, ποιος θα κοιτάξει σήμερα ένα άπορο και δύσμορφο παιδί; Εδώ το ξανθό μας κορίτσι με τα σπίρτα θα πεθάνει, είχε στη θέση του ελπίδα κανείς; Μπα ! Τον απέρριψαν στη Βασιλική Σχολή Θεάτρου της Κοπεγχάγης που ονειρευόταν να φοιτήσει γιατί τον βρήκαν λέει αποκρουστικό. Ποιος αποκρουστικός έχει πέραση σήμερα; Κανείς. That’s all! Όλοι μας οι ήρωές του, μαραζώνουμε από μοναξιά. Γιατί; Γιατί και ο πατέρας μας κατέφυγε στο κουκλοθέατρο που έφτιαξε μόνος του για να φαντασιώνεται παρέες, αναγνώριση και έρωτα. Όσες προτάσεις γάμου έκανε του γύρισαν πίσω φασκελωτά. Είμαστε τα απωθημένα του βιώματα. Οι «κακοί» του πατέρα μας ούτε δράκοι ήταν ούτε μάγισσες. Ήταν οι εκπρόσωποι της ματαιοδοξίας, του σνομπισμού, του κατάφωρου εγωισμού και της παγερής αδιαφορίας. Αυτά τα έζησε πριν δυο αιώνες και σήμερα δεν άλλαξε τίποτα, ε; Τι ελπίδα έχει ένα μολυβένιο ακρωτηριασμένο στρατιωτάκι που ακούνε αναπηρία και ανασηκώνουν τους ώμους; Το ασχημόπαπο που τότε όλοι κλώτσαγαν και τσίμπαγαν, σήμερα δε θα ήταν θύμα bullying; Χα ! Κανείς δεν αποδέχτηκε τη διαφορετικότητά του νεοσσού μέχρι να γίνει κυκνοστάρ. Πλούσιοι και τυχεροί vs φτωχοί και άτυχοι, δυο κόσμοι που ποτέ δε συναντιώνται. Παράλληλα σύμπαντα είμαστε - και μάγκες; Μη γελιέστε. Όλοι οι λαμπροί φιλανθρωπισμοί της κάμερας εντείνουν τη διαφορά. Μόνο τις τουαλέτες των παρουσιαστριών να δείτε στους εράνους της τηλεόρασης κάθε Χριστούγεννα θα καταλάβετε. Η κραυγαλαία δημόσια φιλανθρωπία ΔΕ ΓΕΦΥΡΩΝΕΙ! Πάρτε το χαμπάρι. Επικυρώνουν και το ρατσισμό και την απόσταση. Συμφιλίωση ούτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει. Από την εργατική επανάσταση μέχρι και τα σημερινά πολιτικά δρώμενα, το ανθρώπινο δικαίωμα είναι λαχνός. Γι αυτό και οι περισσότεροι ήρωες του πατέρα μας του Χανς καταφεύγουμε στη συμβολική μας φυγή από αυτό τον κόσμο. Αρνούμαστε τέτοιου είδους στυγνή πραγματικότητα. Κι έτσι πεθαίνουμε ξυλιασμένοι, λιωμένοι, περιγελασμένοι, ξύλα για το τζάκι. Άστα βράστα. Αναξιοπαθούντες, ανάπηροι, άρρωστα ορφανά, προσφυγόπουλα, συσσίτια, bazaars και οι άστεγοι είμαστε η συνθήκη της φιλανθρωπικής ελίτ.

Το κορίτσι με τα σπίρτα δάκρυσε. Για λίγο ένιωσε να ανήκει, ένιωσε αποδεκτή. Χειροκροτήματα ξέσπασαν δυνατά και αγωνιστικά φρονήματα γεννήθηκαν μεμιάς.

-Όχι, άλλαξε και κάτι ακόμη παιδιά, πετάχτηκε το δέντρο του Ευγένιου που είμαστε στα αζήτητα. Διανύουμε μια ψηφιακή εποχή. Αποδεχτείτε το. Αν θα προβάλλουμε τα νοήματά μας θα είναι σε κάνα i pad ιδιωτικού σχολείου, σε καμιά σχολική παράσταση, άντε να μελετηθούμε και από κάνα φοιτητή και τέλος. Ελπίζουμε μόνο να παραμείνουμε Ιδέα. Άντε να αποκτήσουμε και σαν κλασικά εικονογραφημένα, αξία συλλεκτική. Και καλύτερα έτσι. Από το να λένε «αχ! Τα κακόμοιρα!» καλύτερα παρέα όλοι εδώ. Φτωχοί, περιφρονημένοι και καταφρονεμένοι, όλοι ενωμένοι και ποτέ νικημένοι! φώναξε υψώνοντας το χέρι σε γροθιά. Μόνοι μας και με τις ικανότητές μας ο καθένας θα λύσουμε τα θέματά μας!

Μετά από αυτό το λογύδριο σε τόνους νέου συνδικαλιστή, μάτια έτρεχαν βρύσες και μπράβο, ζήτω , έτσι, ακούστηκαν από όλους που κουνούσαν το κεφάλι επιδοκιμαστικά.

Η άρχουσα βασίλισσα του χιονιού συγκινημένη ρώτησε το Σκρουτζ:

-Γράφεις τα πρακτικά;

-Πού να γράψω μωρέ βασίλισσα, δε βλέπω από το βούρκωμα κι ας ανήκω του Ντίκενς εγώ. Την ίδια μοναξιά με εσάς νιώθω! Να δούμε τι θα κάνουμε και με το ξανθό κουκλί που προσεχώς θα ανάψει όλα τα σπίρτα να ζεσταθεί και θα κοκκαλώσει ξυπόλητο και σύξυλο ως την αυγή; είπε ο Σκρουτζ, και πρώτος με χέρι που έτρεμε σπαραξικάρδικα ( από τσιγκουνιά φυσικά) άφησε μπροστά στο κορίτσι την τυχερή του δεκάρα.

-Με αυτή θα κάνεις μια νέα αρχή, πάρτη και θα σου φέρει γούρι, της χαμογέλασε τρυφερά.

-Πλάκα κάνεις μωρέ Σκρουτζ; με μια δεκάρα ούτε κουλούρι δεν αγοράζει! Ξηλώσου! Πάτησε φωνή η μπαλαρίνα αυταρχικά.

-Μα...

-Μα και ξερός! Κόψε επιταγή εδώ και τώρα. 6ψήφια, ε; Είπαμε, μόνοι μας θα λύσουμε τα προβλήματά μας. Στον τάφο σου θα τα πάρεις παλιόγερε;
Ο γιος του μπαλωματή της έδωσε ρούχα παλιά αλλά ζεστά να φορέσει. Ο χιονάνθρωπος της έδωσε να φάει την καροτένια του μύτη. Το έλατο που βιαζόταν να μεγαλώσει της άφησε όλα του τα στολίδια να ομορφύνει το νέο της σπιτικό. Η βασίλισσα του χιονιού θα τη φιλοξενούσε μέχρι να συντονίσουν το νέο ξημέρωμα. Η μπαλαρίνα της χτένισε τα μαλλιά σε μια όμορφη, μακριά πλεξούδα. Το ασχημόπαπο που ψιλοάργησε να δικαιωθεί, στο τέλος της μίλησε στην άκρη πολλή ώρα γι΄αυτό που λέγεται καρτερικότητα και υπομονή.

Τα πρακτικά έκλεισαν με μια φράση και μια απόφαση: βοήθεια ούτε περιμένουμε, ούτε καταδεχόμαστε αν είναι για δημόσια προβολή. Μόνοι μας και μαζί, με τα ελαττώματα και τις αδυναμίες μας τα καταφέρνουμε. Πιστεύουμε στο ένα και μόνο νόημα των Χριστουγέννων: βοήθεια, ομόνοια, κατανόηση, αγάπη.



''Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΟΛΗ!!''
Συγγραφέας Smaragdaki Roula {Smaragdenia-Roula}
Η εικόνα επιλογή της Anneta...ki για την Smaragdenia




Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; με ρωτούσαν όταν ήμουν μικρή..και ενώ τα πιο πολλά παιδιά συνήθως έλεγαν γιατρός..δασκάλα ..εγώ απαντούσα χωρίς δισταγμό.>>
Αεροσυνοδός.>>
Κανείς δεν ήξερε πως μου είχε μπει αυτή η ιδέα στο μυαλό.>>
Τι ήταν αυτό που είχε φωλιάσει στην μικρή καρδιά μου; >>
Ούτε και εγώ το ήξερα.>>
Το άκουγε η μοίρα των ονείρων και χαμογελούσε...>>
Όταν σχόλαγα από το σχολείο η πρώτη μου δουλειά ήταν να βγάλω τα παπούτσια μου και να τρέξω στην παραλία.>>
Μου άρεσε να κάθομαι στην άμμο και να παρακολουθώ τους γλάρους στα πετάγματα τους.>>
Το μόνο που δεν μου άρεσε ήταν το όνομα μου..ήθελα να το αλλάξω..να με έλεγαν Ελπίδα...όνομα που θύμιζε προσμονή..και εγώ ήμουν γεμάτη από αυτήν..για να πραγματοποιήσω το όνειρο μου.>>
Με έλεγαν πολλές φορές ονειροπαρμένη.. δεν με ένοιαζε Ακόμα και σήμερα που τα μαλλιά μου έχουν γκριζάρει ονειρεύομαι..>>
Μπορούσα να μένω εκεί με τις ώρες..να χαζεύω τις βουτιές τους όταν έπεφταν με ορμή μέσα στην γαλάζια θάλασσα και μετά με ένα δυνατό πέταγμα να βρίσκονται ψηλά στον ουρανό.>>
Γεια σου γλάρε...κάποια μέρα θα πετάω και εγώ σαν και σένα..θα γίνω αεροσυνοδός..του φώναξα δυνατά.>>
Γεια όμορφη..σαν να άκουγα να μου λέει εκείνος,ανοίγοντας τα φτερά του πετώντας μακρυά.>>
Τελείωσα το δημοτικό..οι καιροί δύσκολοι τότε.>>
Που να βρεθεί η μπόρεση για να συνεχιστεί το γυμνάσιο.>>
Σαν μεγαλύτερη έπρεπε να δουλέψω..να συνεισφέρω στην οικογένεια..πίσω από εμένα άλλα τέσσερα μικρότερα αδέλφια..>>

Το όνειρο μπήκε στην αναμονή...>>
Στα δεκαεφτά μου..τοκ..τοκ..μου χτύπησε ο έρωτας την πόρτα.>>
Πως να μην ανοίξεις σε δυο καστανοπράσινα μάτια που σε κοίταζαν και σου έκοβαν την ανάσα;>>
Ήταν και αυτά τα νιάτα βλέπεις !!>>
Η μοίρα των ονείρων αυτήν την φορά χαμογέλασε πλατιά.>>
Έγινα ερωτική μετανάστρια και η ζωή διεκδίκησε τα δικαιώματα της. μπήκαν τα "πρέπει" μπροστά.. Οικογένεια παιδιά και αγάπη πολύ..δεν έχεις χρόνο για όνειρα.>>
Θα ήμουν αχάριστη αν είχα παράπονο. Η ζωή μου έχει χαρίσει απλόχερα ότι μπορούσε να ζητήσει κάποιος από εκείνη.>>
Και το όνειρο; θα αναρωτηθείτε.>>
Α..αυτό...έμεινε κλεισμένο στο κλουβάκι της ψυχής μου. Είναι.. που πρέπει να αλλάζεις ρότα..να συμβιβάζεσαι.>>
Συνεχίζεις γιατί δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει η μοίρα των ονείρων.>>
Δεν ήμουν επαναστάτρια..θα έλεγα ότι ακολουθούσα το πεπρωμένο μου..είναι κάποιες στιγμές που ζυγίζεις τα υπέρ και τα κατά ..και κρατάς τα καλύτερα. >>
Τα χρόνια περνούσαν όπως πρέπει να περνούν..γρήγορα χωρίς να τα παίρνεις είδηση..και κάποια στιγμή ο χρόνος είναι άπλετος για σένα..τα έχεις τακτοποιήσει όλα εκεί που έπρεπε να είναι.>>
Και τότε ήταν που ήρθε στην ζωή μου το blogging..>>
Σαν φοβισμένο πουλάκι (να το πάλι το πέταγμα) άνοιξα το κλουβί της καθημερινότητας μου και άρχισα να μαθαίνω όλο και περισσότερο να πετώ με τα φτερά της ψυχής μου..>>
Δεν ξέρω αν ήταν το κάρμα μου ή η μοίρα των ονείρων..που στην αρχή της συζυγικης ζωής μου έβλεπα ταχτικά ένα συγκεκριμένο όνειρο.>>
Πως ήμουν ένα γλάρος και πετούσα πάνω από την θάλασσα.!! >>

Δεν ξέρω .. αν ήταν σύμπτωση που το σπίτι μου βρίσκεται δίπλα της και οι γλάροι δεν έχουν λείψει πότε από την ζωή μου...!!!>>


''Το κόκκινο τριαντάφυλλο μου''
Συγγραφέας Ελένη Φλογερά {Στα μονοπάτια της φαντασίας μου}
Η εικόνα επιλογή της Smaragdaki Roula για την Ελένη Φλογερά είναι:


Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ήσουν. Κόκκινο όπως το χρώμα της αγάπης.
Της αγάπης που σκόρπισες απλόχερα γύρω σου, στα παιδιά σου, στα εγγόνια σου,
στα δισέγγονα σου, σε όλο τον κόσμο.
Σαν μπουμπούκι έζησες ανέμελα στο χωριό σου -τα Ροδινά- ανάμεσα σε μια πολυπληθή
αλλά αγαπημένη οικογένεια.
Όταν άνθισες πια και παντρεύτηκες τον πατέρα στον Πύργο έζησες κοντά του απλά
αλλά όμορφα. "Μάτι μου" σε αποκαλούσε μια έκφραση που συνήθιζαν στο χωριό του
για να δείξουν σε κάποιον ότι τον αγαπούσαν πολύ.
Κόκκινο τριαντάφυλλο ήσουν όπως το χρώμα της δύναμης. Της δύναμης
με την οποία αντιμετώπισες τις δυσκολίες της ζωής, γιατί συνάντησες πολλά αγκάθια
στη ζωή σου, αλλά τα ξεπέρασες με πείσμα πιασμένη χέρι χέρι με τον πατέρα.
Μεγάλωσες τα παιδιά σου μαζί με τον πατέρα με αγάπη πάντα δίπλα μας στα καλά
και τα άσχημα.
Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ήσουν σαν αυτά που φύτευες στην αυλή σου που σκορπούσαν
αρώματα. Αρώματα καλοσύνης σκόρπιζες και εσύ, ανθρωπιάς και σεβασμού.
Τριαντάφυλλο μου άνθισες για 97 ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχεις αρρωστήσει
σοβαρά ποτέ στη ζωή σου, δεν ήθελες ποτέ να διαβείς το κατώφλι του νοσοκομείου
και τώρα που το διάβηκες χωρίς στην ουσία από κάτι σοβαρό -είχε χαμηλό νάτριο
που της το προκάλεσε το μοναδικό χάπι που έπινε αυτό της πίεσης- έμελλε να σταθεί
μοιραίο.
Ταλαιπωρήθηκες περίπου για σαράντα ημέρες και η μόνη σου έγνοια ήταν ότι μας
στεναχωρούσες και λυπόσουν που πλησίαζαν Χριστούγεννα και εμείς θα είμαστε στο
νοσοκομείο.
Όμως χαίρομαι που σε είχαμε πάντα δίπλα μας, που μέχρι τρεις μέρες πριν αρρωστήσεις
είμαστε σε γάμο και χτυπούσες παλαμάκια καθώς έβλεπες τα παιδιά σου να χορεύουν.
Σου άρεσαν πολύ οι Ανατολές, αφού χαράματα σηκωνόσουν να κάνεις τις δουλειές σου,
να ετοιμάσεις εμάς για το σχολείο και μετά να πας στα χτήματα να βοηθήσεις τον πατέρα.
Μια Ανατολή διάλεξες λοιπόν να μας αποχαιρετήσεις. Την Ανατολή τούτης της καινούργιας
χρονιάς. Όταν ο ήλιος έλουσε το δωμάτιο μας κοίταξες, σου είπαμε ότι σε αγαπάμε και μετά
έκλεισες τα μάτια ήρεμα.
Φύσηξε αέρας και παρέσυρε ένα ένα τα πέταλα σου, τριαντάφυλλο μου. Ο πατέρας ήταν από
την άλλη μεριά και τα μάζευε. Τώρα θα είστε μαζί για να γιορτάσετε μαζί την γιορτή σου,
χωρίς εμάς που μας μάζευες τέτοια μέρα γύρω σου να μας κάνεις το τραπέζι.


''Χρόνος μηδέν-μια αληθινή ιστορία''
Συγγραφέας Katerina Verigka {Pause Blog}
Η εικόνα επιλογή της Ελένης Φλογερά για την Katerina Verigka είναι:


Κατευθύνομαι στο πρώτο σαλόνι και βλέπω μερικά ζευγάρια μάτια να με κοιτάζουν. Κάποια με καλοσύνη, με αδιαφορία, ορισμένα καχύποπτα και άλλα χαμογελαστά. Σε λίγες μόλις εβδομάδες εκατόν είκοσι ψυχές θα είναι η δεύτερη οικογένειά μου. Πως αλλάζουν οι συνθήκες από την μία στιγμή στην άλλη;


Όταν επέλεξα να γίνω Κοινωνική Λειτουργός δεν φανταζόμουν πως θα ζούσα τόσες πολύτιμες εμπειρίες. Τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, πάντα με κοινό παρανομαστή. Έζησα πολλές φουρτούνες, αδικίες, ματαιότητα και απογοήτευση. Ο κρυφός μου αγώνας όμως γέμισε μικρές κρυφές νίκες.


Η κλισέ φράση "αν αγαπάς το επάγγελμά σου, τότε δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ποτέ" έχει μια ισχυρή δόση αλήθειας. Δεν γίνεται όμως να επαναπαυτείς. Αν δεν περνάς συνεχόμενα από δοκιμασίες, έχεις χάσει την ουσία. Έχεις χάσει εσένα, μέσα από ένα απαιτητικό επάγγελμα. Εκεί που μπορεί να σε τρελάνει, σου χαρίζει και ανείπωτες χαρές, σε διαμορφώνει.


Στην Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων που εργάζομαι, ο χρόνος σταματά και ξεκινά κάθε δευτερόλεπτο. Έχεις μία αποστολή για όλους εκείνους που η μνήμη τους έχει εγκαταλείψει. Να τους δημιουργήσεις ένα ασφαλές καταφύγιο που θα μπορούν να χαμογελάνε, να συνυπάρχουν, να ζουν αξιοπρεπώς, να μαθαίνουν νέα πράγματα, να θυμούνται (έστω και για λίγο) τα παλιά. Παράλληλα να στηρίζεις τους συγγενείς τους, που διακατέχονται από ένα σωρό συναισθήματα, τα περισσότερα αρνητικά.


Οι άνθρωποι-είχε πει η Maya Angelou- μπορεί να μη θυμούνται τι έκανες ή τι τους είπες, αλλά πάντα θα θυμούνται πως τους έκανες να αισθανθούν.


Κάθε μέρα, το μεγαλύτερο ποσοστό, δεν με θυμούνται και γνωριζόμαστε από την αρχή. Με νιώθουν όμως δικό τους άνθρωπο. Λες και αφουγκράζονται όσα τους έκανες να αισθανθούν. Μου χαϊδεύουν τα χέρια, μου χαμογελάνε, λένε "σ'αγαπώ", μου αλλάζουν ονόματα, μου ζητάνε χάρες, γκρινιάζουν αφόρητα.. Γελάνε, κλαίνε, μοιράζονται τους φόβους τους, τις ανησυχίες τους, τις εμπειρίες τους. Με εμπιστεύονται. Κάθε φορά νομίζουν πως βρισκόμαστε σε διαφορετική τοποθεσία, σε διαφορετικό συμβάν. Κάθε μέρα είναι μια καινούργια αρχή.
Χρόνος μηδέν.


Τα πάντα εξαρτώνται από την οπτική που θα διαλέξεις. Είναι το τέλος μια αρχή; Ο χρόνος είναι σχετικός. Τι κι αν ο ανθρώπινος νους από μια ηλικία και μετά χάνεται στον χωροχρόνο; Πόσο σημασία έχει τελικά;


Είναι ο χρόνος το πιο όμορφο παράδοξο;
Ή μήπως είναι η αγάπη; (πηγή)


Η απάντηση δική σας!